Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Η σκόνη του χρόνου


Η νέα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Γυρίσματα σε Καζακστάν, Βερολίνο, Κολωνία, Ιταλία, Ελλάδα και πρωταγωνιστές τους Γουίλιαμ Νταφόε, Μισέλ Πικολί, Ιρέν Ζακόμπ και Μπρούνο Γκάντζ

Στο καφέ του Κώστα Παπαναστασίου στο Βερολίνο, τοι πασίγνωστο Terzo Mondo ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και οι συνεργάτες του σχεδιάζουν τα γυρίσματα της νέας ταινίας του «Η σκόνη του χρόνου», που θα γίνουν και μέσα στους χώρους του καφέ. Ο τιμημένος με πολλά βραβεία Έλληνας σκηνοθέτης ποντάρει πολλά στην νέα ταινία του καθώς είναι μέρος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας το σενάριό της.

Σε ένα από τα κτίρια της Αμερικανικής βάσης του Ελληνικού έχουν στηθεί σκηνικά για τα γυρίσματα. Ανάμεσα σ’ αυτά η Ιρέν Ζακόμπ στα ομιχλώδη σύνορα μεταξύ του Καναδά και της Αμερικής, σε ένα σκηνικό που παραπέμπει εκεί αλλά γυρίζεται στην Ελλάδα. Καναδο-αμερικανικά σύνορα,1974, η Ελένη ηρωίδα της «Σκόνης του χρόνου», της δεύτερης ταινίας της τριλογίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου μετά το «Λιβάδι που δακρύζει», θα συναντήσει τον γιο της.
Η ιστορία, η μνήμη και το παρελθόν είναι ο κύριος άξονας του σεναρίου που εκτυλίσσεται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα έως το σήμερα (το ρεζουμέ της υπόθεσης είναι η ιστορία μιας διασκορπισμένης οικογένειας που αρχίζει το 53 στην πρώην Σοβιετική Ένωση και ταξιδεύει στον κόσμο έως το παρόν).
Το σινεμά του Αγγελόπουλου είναι κάτι το ιδιαίτερο, το προσωπικό», επιβεβαιώνει ο Γουίλιαμ Νταφόε, που ενσαρκώνει τον γιο της Ελένης στην ταινία αν και ηλικιακά είναι πολύ μεγαλύτερός της.
Γυρίσματα σε Καζακστάν, Βερολίνο, Κολωνία, Ιταλία, Ελλάδα σε ένα σενάριο το οποίο εκτυλίσσεται στην πρώην Σοβιετική Ένωση, τα σύνορα Αυστρίας-Ουγγαρίας, την Ιταλία και τη Νέα Υόρκη μεταξύ 1953 και 1974, από τις παραμονές του θανάτου του Στάλιν μέχρι την παραίτηση Νίξον στην Αμερική και την πτώση της Ελληνικής χούντας, έχει πρωταγωνιστές τους Γουίλιαμ Νταφόε, Μισέλ Πικολί, Ιρέν Ζακόμπ και Μπρούνο Γκάντζ, ενώ το κάστ συμπληρώνεται από τους Κριστιάν Πολ και Αλέσια Φρανσίν. Την μουσική της ταινίας υπογράφει όπως πάντα η Ελένη Καραίνδρου.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Οι Έλληνες του Γκέρλιτς






Μια άγνωστη αλλά ενδιαφέρουσα σελίδα ιστορίας

Το Γκέρλιτς (Gorlitz) είναι μια πόλη στην ανατολική πλευρά του κρατιδίου της Σιλεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας η οποία στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο αριθμούσε 90.000 κατοίκους, ενώ σήμερα είναι μια ήσυχη τυπική γερμανική πόλη των 60.000 κατοίκων.
Μια τραγική ιστορική συγκυρία οδήγησε εκεί γύρω στο 1916 μεσούντος του μεγάλου πολέμου 7.000 Έλληνες στρατιώτες μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, οδηγώντας την περιοχή σε ολέθριες συνέπειες.
Αυτή η σελίδα της ιστορίας με την μεταφορά ενός ολόκληρου σώματος στρατού στην πόλη αυτή της Γερμανίας ήρθε να επαναληφθεί μετά από μια ολόκληρη γενιά και συγκεκριμένα μετά το 1945, όταν 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες ήρθαν στην περιοχή. Η πόλη του Γκέρλιτς διχοτομείται και η μισή παραχωρείται στην Πολωνία χωρίζοντας έτσι και τους Έλληνες σε δύο κομμάτια. Αυτούς που συνεχίζουν να μένουν στο Γκέρλιτς και αυτούς που πάνε στην άλλη πλευρά της που ονομάζεται πλέον Ζγκόρζελετς.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ ΣΤΟ GORLITZ
Ήταν 18 Αυγούστου 1916. Ο Βουλγαρικός στρατός συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς εισβάλει αιφνιδιαστικά στην Αν. Μακεδονία. Την ίδια μέρα οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στην Αθήνα με επίσημες διακοινώσεις των κυβερνήσεών τους έδιναν εξηγήσεις σχετικά με τους στόχους των επιτιθέμενων. Η εισβολή όπως διαβεβαίωναν είχε αποκλειστικά στρατιωτικά κίνητρα και στρεφόταν εναντίον της Αντάντ. Ταυτόχρονα παρείχαν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την διατήρηση των τοπικών αρχών στα πόστα τους. Δεν είχαν σκοπό όπως έλεγαν να καταλάβουν τις Σέρρες, την Δράμα και την Καβάλα, ενώ ο στρατός τους θα αποχωρούσε όταν εξέλειπαν οι στρατιωτικοί λόγοι.
Οι εγγυήσεις που έδωσαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο οι Γερμανοί τον καθησύχασαν και έδωσε εντολή στους επιτελείς του Δ’ Σώματος Στρατού να συμπτυχθούν στις πόλεις και να περιμένουν εντολές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι πριν από λίγο καιρό με απαίτηση της Αντάντ είχαν απολυθεί όλοι οι επίστρατοι (έφεδροι) και υπήρχε κατακερματισμός στο στράτευμα.
Η Αθήνα είχε πλανηθεί. Ο διοικητής του στρατεύματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος αλλιώς εξιστορεί τα γεγονότα: «Αναφέρω ότι η συμπεριφορά των Βουλγάρων είναι εντελώς εχθρική. Οι κάτοικοι των πόλεων Σερρών και Δράμας έντρομοι καταφεύγουν εις Καβάλα. Παρακαλώ όπως τύχω άμεσης απαντήσεως επί αιτήσεώς μου να επιστρέψουν αμέσως οι επίστρατοι καθόσον οι προθέσεις των Βουλγάρων περί καταλήψεως της Καβάλας εκδηλούνται από ώρα εις ώρα σαφέστερες, εάν δε συμβεί τούτο η πόλις θα καταστραφεί και θα αιχμαλωτιστεί το Σώμα ολόκληρον. Είναι αναγκαία η αποστολή στόλου, διότι μόνον η παρουσία του θα καθησυχάσει τους πληθυσμούς. Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθείτε την ενταύθα κατάστασιν».
Η απάντηση της Αθήνας ήρθε αυθημερόν: «Την πρότασιν περί εφέδρων αποκρούομεν, αποκλείοντες την βίαν. Καθησυχάσατε έντρομους πληθυσμούς και ενθαρρύνατε αυτούς. Στόλος δεν θα αποσταλεί».
Οι Σύμμαχοι από την άλλη θορυβημένοι από την επίθεση δεξιά του οχυρωμένου στρατοπέδου τους στην Θεσσαλονίκη και θεωρώντας ότι πρόκειται για προσυνεννοημένη συμπαιγνία Αθηνών – Βερολίνου προέβησαν σε νέα αντίποινα κατά της Ελληνικής πλευράς, κηρύσσοντας τον αποκλεισμό της Καβάλας από τον βρετανικό στόλο. Οι εξελίξεις στην Μακεδονία προκαλούν θύελλα αγανάκτησης σε όλη την Ελλάδα. Ογκώδεις διαδηλώσεις στην Αθήνα, ενώ στην Θεσσαλονίκη εκδηλώνεται εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» από βενιζελικούς αξιωματικούς. Στο κίνημα αυτό στηρίχθηκε ο Βενιζέλος για να εγκαταστήσει εκεί λίγο αργότερα την προσωρινή του κυβέρνηση. Ο εθνικός διχασμός αποκτούσε πια γεωγραφική υπόσταση.
Στην Καβάλα τα γεγονότα είχαν πια πάρει δραματική εξέλιξη όπως τα είχε προβλέψει και περιγράψει ο Χατζόπουλος. Στην πόλη καταφθάνουν πρόσφυγες από τις Σέρρες και την Δράμα αλλά και από τα χωριά. Τα τρόφιμα λιγοστά και ο στρατός έπρεπε να τους φροντίσει. Οι Βουλγαρικές προκλήσεις κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο μαύρη. Ο Χίντεμπουργκ ο οποίος μαζί με τον Λάντερντορφ αποτελούσαν την στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας ειδοποιούν τους Βουλγάρους ότι η Αντάντ ετοιμάζει αποβατική ενέργεια στην Καβάλα πράγμα που τους κάνει περισσότερο σκληρούς απέναντι στους ντόπιους πληθυσμούς. Ο Χίντεμπουργκ τους ζητά μάλιστα να απομακρύνουν τους Έλληνες στρατιώτες από την Καβάλα σε τοποθεσία μακριά από την θάλασσα, να παρεμποδίσουν τους στρατιώτες από Σέρρες και Δράμα να ενωθούν με αυτούς της Καβάλας και να διακοπεί η επικοινωνία Καβάλας – Αθηνών. Σε τηλεγράφημά του ζητά από τους Βουλγάρους να περικυκλώσουν την Καβάλα με πυροβολικό και αν αρνηθεί ο στρατός να παραδοθεί τότε να ανοίξουν άμεσο πυρ κατά της πόλης.
Ο Χατζόπουλος είναι μετέωρος. Η αγωνία της Καβάλας είναι μεγάλη. Το εκβιαστικό δίλλημα ήταν παράδοση ή καταστροφή της πόλης. Ο συνταγματάρχης αποφασίζει μετά από επαφή με Αθήνα και εφόσον οι εκκλήσεις του για μεταφορά του στρατεύματος σε ασφαλή χώρο της Παλιάς Ελλάδας δεν έγινε αποδεκτό, να παραδώσει στον Άγγλο ναύαρχο τον ασύρματο. Ήταν 9 Σεπτεμβρίου και ο Γερμανός αξιωματικός Σβένιτζ μεταφέρει στον Χατζόπουλο τις αποφάσεις του Χίντεμπουργκ. Ο Έλληνας αξιωματικός για να αποφύγει την μεταγωγή του στην Δράμα αποφασίζει να συνομιλήσει με τον ίδιο τον Χίντεμπουργκ με το ερώτημα αν θα μπορούσε ο ίδιος ο Γερμανός στρατάρχης να εγγυηθεί την μεταφορά των ελληνικών μονάδων και του οπλισμού τους στην Γερμανία όπου θα παραμείνουν φιλοξενούμενοι μέχρι το τέλος του πολέμου, ώστε να μην πέσουν αιχμάλωτοι στα χέρια των Βουλγάρων. Την επομένη ημέρα με τηλεγράφημά του ο Χίντεμπουργκ απαντούσε στον Χατζόπουλο θετικά στο αίτημά του. Στο παρασκήνιο των γεγονότων υπήρξε από ότι λέγεται πρόταση του Βρετανού πλοιάρχου του ατμοπλοίου που υπήρχε στο λιμάνι της Καβάλας να μεταφέρει το στράτευμα στην Θεσσαλονίκη και να τις ενώσει με τις μονάδες της Αντάντ, αλλά ο Χατζόπουλος αρνήθηκε εφόσον ήταν πιστός στον Κωνσταντίνο και δεν ήθελε να ενισχύσει το κίνημα της Εθνικής Άμυνας της Μακεδονίας.
Έτσι αρχίζει η μεγάλη πορεία του Δ΄ Σώματος προς την Γερμανία μέσω τρένου από Δράμα. Στην πορεία των ατάκτων περίπου 3.000 στρατιώτες με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου αυτομολούν και χάνονται άλλοι προς Θάσο και από κει προς Θεσσαλονίκη για να ενωθούν με την Εθνική Άμυνα και άλλοι εξαφανίζονται στα βουνά. Αυτοί οι στρατιώτες θα αποτελέσουν τον πυρήνα της αξιόμαχης μετέπειτα Μεραρχίας Σερρών.

Οι Έλληνες φτάνουν στο Γκέρλιτς
Σε μήνυμά του στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, για την μεταφορά των στρατιωτών από την Καβάλα στο Γκέρλιτς ο Γερμανός επιτελάρχης Λούντερντορφ επισημαίνει: «Η μεταφορά των ελληνικών στρατευμάτων μας παρέχει την μοναδική ευκαιρία να διαδώσουμε στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για την γερμανική υπόθεση, τη γερμανική εργασία και το γερμανικό μεγαλείο. Οι Έλληνες δεν πρέπει να αισθάνονται ότι είναι αιχμάλωτοι. Οι συναλλαγές τους με την τοπική κοινωνία καθώς και η επαφή τους με την πατρίδα τους, επιβάλλεται να τελούν υπό παρακολούθηση, χωρίς όμως ακρότητες».
Παρά το χαλαρόν της επιτήρησης οι ελληνικές δυνάμεις ποτέ δεν έπαψαν να θεωρούνται ότι βρίσκονταν υπό περιορισμό. Όταν ο Έλληνας πρέσβυς στο Βερολίνο Νικόλαος Θεοτόκης ζήτησε τον επαναπατρισμό τους η απάντηση των Γερμανών ήταν αρνητική.
Από την Δράμα στο Γκέρλιτζ χρησιμοποιήθηκαν 10 τρένα για την μεταφορά τους μέσω Βουλγαρίας. Το ταξίδι κράτησε 12 μέρες και μετακινήθηκαν συνολικά 6.100 στρατιώτες, 430 αξιωματικοί, δυνάμεις της χωροφυλακής από την Αν. Μακεδονία, στρατιωτικοί υπάλληλοι, 93 γυναίκες αξιωματικών και 5 παιδιά. Ο ίδιος ο Κάιζερ έδωσε εντολή να γίνει επίσημη υποδοχή στους Έλληνες παρά την αντίθετη άποψη του Χατζόπουλου. Το σατυρικό γερμανικό περιοδικό kladderadatsch περιγράφει την σκηνή: «παραταχθείτε! φωνάζει ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας, Επιτελείο γερμανών αξιωματικών ανεβαίνει στην αποβάθρα. Μαυροντυμένοι επίσημοι, με κυλίνδρους στο κεφάλι και ανθοδέσμες στα χέρια, εμφανίζονται ξαφνικά. Γερμανική ορχήστρα παίζει τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Σκασμός δεν είμαστε στην Αθήνα! Σε τετράδες, το όπλο επ’ ώμου ετοιμάζονται για παρέλαση. Προσοχή ρε παιδιά να τους δείξουμε τι αξίζουμε. Η γερμανική μπάντα μπροστά. Κόσμος πολύς στοιβαγμένος στους δρόμους και στα παράθυρα. Από ένα ξενοδοχείο κρέμονται δυό Ελληνικές σημαίες. Οι άνθρωποι κοιτάνε περίεργα. Παιδιά τρέχουν και τους κοιτάζουν στα μάτια. Όλοι ξανθοί είναι εδώ πέρα. Οι ελληνικές αρβύλες χτυπάνε την άσφαλτο του γερμανικού δρόμου σαν σιδερένιο χαλάζι. Ρίγη συγκινήσεως τους διαπερνούν. Ολόκληρη η πόλη στο πόδι. Μεγάλη πόλη το Γκέρλιτς, λέτε να είναι πιο μεγάλη από την Αθήνα; Η πόλη τελειώνει και αρχίζει η εξοχή. Ο κόσμος έχει λείψει. Γύρω - γύρω πράσινα λιβάδια. Το βράδυ σιωπηλό και ξένο. Εδώ θα μείνουμε λοιπόν; Πάνω από την είσοδο μια μεγάλη επιγραφή. «Χαίρετε». Γύρω παραπήγματα σαν τελωνειακοί σταθμοί. Τι άνθρωποι είναι αυτοί οι Γερμανοί; Νάμαστε λοιπόν εδώ στο Γκέλιτς. Ελλάδα – Ελλάδα πότε θα σε ξαναδούμε;».

Να και η πρώτη ελληνική εφημερίδα
Ένας μήνας πέρασε στο Γκέρλιτς. Στις 3 Νοεμβρίου εμφανίζεται το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Τα Νέα του GORLITZ». Εκδότης ο Γερμανός που εξέδιδε την τοπική γερμανόφωνη εφημερίδα και αρχισυντάκτης ο Έλληνας αξιωματικός Διονύσιος Αγαπητός. Ήταν τετρασέλιδη και εκδιδόταν καθημερινά εκτός Κυριακής. Περιείχε κείμενα από τα πολεμικά μέτωπα, ειδήσεις από την ελληνική πολιτική σκηνή, άρθρα, αναλύσεις, χρονογραφήματα, αγγελίες και διαφημίσεις. Η απήχηση ήταν μεγάλη και εκατοντάδες συνδρομές δεχόταν η εφημερίδα από παντού, ενώ η κυκλοφορία της έφτασε μέχρι και το Βερολίνο. Το 1918 έγινε πανγερμανικής εμβέλειας με έδρα το Βερολίνο και αλλαγή του τίτλου της σε «Ελληνικά Φύλλα». Εκτός από τις εφημερίδες κυκλοφόρησαν στην Γερμανία και άλλα έντυπα στην Ελληνική ή την Γερμανική γλώσσα. Εκεί πρωτοεκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Το τραγούδι των σκοτωμένων – Κρυφός καημός» του Βασίλη Ρώτα, υπολοχαγού τότε στο Γκέρλιτς και αργότερα διάσημου συγγραφέα θεατρικών έργων και ιδρυτή του θεάτρου του βουνού στα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Επίσης εκδόθηκαν τα «Γράμματα από την Γερμανία» του Λέοντα Κουκούλα, επίσης αξιωματικού. Ανάμεσα στους στρατιώτες ήταν και οι Βασίλης Αργυρόπουλος κωμικός ηθοποιός συνεργάτης της Κυβέλης, ο ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης κ.α.

Η ζωή στο Γκέρλιτς
Η παρουσία των 7.000 Ελλήνων στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας μιας πόλης με 90.000 πληθυσμό ήταν εμφανής. Μια παρισινή εφημερίδα σε ρεπορτάζ έγραψε: «Οι αξιωματικοί έχουν λέσχη στην οποία τρώγουν και περπατούν στους δρόμους της πόλης με σταθερό βήμα σαν να είναι στην πατρίδα τους. Κάνουν τις προμήθειές τους ακολουθούμενοι από έναν στρατιώτη ο οποίος κρατάει τα πακέτα. Το ευγενές και αρειμάνιο παράστημά τους κάνει εξαιρετική εντύπωση. Στους δρόμους οι Γερμανοί στρατιώτες τους χαιρετούν. Τα καταστήματα της πόλης έβαλαν στις προθήκες τους και ελληνικές επιγραφές. Το βράδι ολόκληρη η φρουρά βγαίνει στον δρόμο. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι βρίσκεται σε κάποια ιταλική πόλη, στην Βερόνα για παράδειγμα όπου μετά το δείπνο οι δρόμοι είναι γεμάτοι στρατιώτες. Είναι συμπαθητικόν», παρατηρεί ο δημοσιογράφος.
Πίσω από την βιτρίνα τα πράγματα δεν ήταν κι τόσο ειδυλλιακά. Ο βαρύς χειμώνας 1916-1917 προκάλεσε πολλές δυσαρέσκειες στον τοπικό πληθυσμό που έβλεπε τους αξιωματικούς να παίρνουν τον μισθό τους, να αδειάζουν τα καταστήματά τους και να αυξάνονται οι τιμές. Αλλά και το σουλατσάρισμα των Ελλήνων δεν δημιουργούσε ιδιαίτερα φιλικά συναισθήματα. Ιδιαίτερα οι αντιζηλίες δεν άργησαν να έρθουν από την αποδοχή των Ελλήνων και τα ερωτικά αισθήματα που προκαλούσαν στις Γερμανίδες. Αγγελίες στην εφημερίδα του τύπου «ενοικιάζεται δωμάτιο από μόνη νεαρά κυρία εις αξιοπρεπήν νεαρόν κύριον» προκαλούσαν τρικυμίες στους Γερμανούς γηγενείς. Άρχισαν και οι αρραβώνες οι οποίοι οδήγησαν σε γάμο πολλά ζευγάρια μικτά από Έλληνες και Γερμανίδες τα οποία έμειναν δια παντός στο Γκέρλιτς. Στο Ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο της πόλης 270 στρατιώτες άφησαν την ανάμνηση της παρουσίας τους εκεί. Τον Απρίλη του 1918 πέθανε και ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος στην κηδεία του οποίοι παρέστη και εκπρόσωπος του Κάιζερ αφήνοντας απέραντη θλίψη στους στρατιώτες και αξιωματικούς.
Πολλές φορές έγιναν σχέδια επί χάρτου όμως να χρησιμοποιηθούν οι στρατιώτες και αξιωματικοί του Γκέρλιτς σε διάφορες επεμβάσεις ειρηνευτικού χαρακτήρα αλλά έβρισκε αντίθετους τους Βουλγάρους οι οποίοι φοβόταν την εμπλοκή τους σε φιλοβασιλικά σχέδια. Παρόλα αυτά υπήρχαν μεταξύ τους ομάδες υποστηρικτών και του Βενιζέλου. Στις αρχές του 1918 με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή 25 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Βέρλ της Βεστφαλίας, ενώ άλλοι 17 στις φυλακές του Κόνιγκσμπεργκ.
Οι σχέσεις της Γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης και των Ελλήνων όσο περνούσε ο καιρός γινόταν και πιο εχθρικές. Οι Γερμανοί απαίτησαν από τους στρατιώτες να συμμετέχουν σε αγροτικές ασχολίες και με την βία ορισμένοι από αυτούς διασκορπίστηκαν από την Κολωνία μέχρι και το Μπρέσλαου σε πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια και αλλού. Την Άνοιξη του 1918 οι σχέσεις Γερμανών – Σώματος επιδεινώθηκε από την παρουσία της αναδιοργανωμένης ελληνικής μεραρχίας στον ελληνικό στρατό του μακεδονικού μετώπου. Η Ελληνόφωνη εφημερίδα «Ελληνικά Φύλλα» εκφράζει την λύπη της για άρθρα στον Γερμανικό τύπο που ζητούν την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στους Βουλγάρους. Ο χρόνος έρχεται, η Γερμανία ηττάται και η γερμανική κοινωνία μένει να μετρά τις πληγές της.

Η επιστροφή

Ο Κάιζερ παραιτείται. Τον Νοέμβρη του 1918 στρατιώτες καταφθάνουν στην Δρέσδη και ξεσηκώνουν τους κατοίκους με ογκώδεις διαδηλώσεις. Οι φυλακές ανοίγουν και οι κρατούμενοι βγαίνουν έξω. Οι Έλληνες στρατιώτες του Γκέρλιτς ενώνονται με τους εργάτες, τους ναύτες και τους εξεγερμένους στρατιώτες της Γερμανίας. Διοικητής τους τότε ο Καράκαλος. Βλέπει ότι οι εξεγερμένοι Γερμανοί επιτίθενται κατά των Ελλήνων και προκαλούν φθορές. Ζητά την προστασία της Γερμανικής Διοίκησης. Οι στρατιώτες εκνευρίζονται από την ενέργεια του Καράκαλου και αλλάζουν διοίκηση εκλέγοντας τον δημοφιλή και παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη. Οι Γερμανοί όμως για να προστατεύσουν τον δικό τους διοικητή Καράκαλο περικύκλωσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων με πολυβόλα και εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης του Σινανιώτη. Αυτός όμως δραπετεύει με κατεύθυνση το Βερολίνο. Η επαναφορά του Καράκαλου ξεχειλίζει το ποτήρι και οι χιλιάδες στρατιώτες πανικόβλητοι με κάθε μέσο ακόμη και με τα πόδια αποπειρώνται να διαφύγουν προς τα σύνορα της Βοημίας και από κει προς την Ελλάδα.
Εκνευρισμένοι οι Γερμανοί από την απειθαρχία των Ελλήνων και επειδή φοβούνται για επεισόδια κάνουν αψυχολόγητες ενέργειες όπως η σωματική έρευνα των εξερχόμενων από το στρατόπεδο Ελλήνων με την υπόνοια κλοπής ρουχισμού και όπλων. Δημιουργείται πανδαιμόνιο και πάνω σε αψιμαχίες ανοίγουν πυρ και δια ασήμαντον αφορμή σκοτώνονται πέντε στρατιώτες ενώ τραυματίζουν κάποιους άλλους. Η απογοήτευση των Ελλήνων από την συμπεριφορά των Γερμανών είναι εμφανής. Μετά από διαπραγματεύσεις απελάθηκαν και οι τελευταίοι 600 στρατιώτες και με την συνοδεία Αμερικανών αξιωματικών μεταφέρονται τον Φεβρουάριο του 1919 από το Γκέρλιτς στο Φιούμε της Ριέκα σιδηροδρομικώς και από εκεί με πλοίο στην Ελλάδα. Η υποδοχή τους στην Βενιζελική Ελλάδα δεν ήταν και τόσο φιλική. Οι απλοί στρατιώτες και υπαξιωματικοί πήγαν στα σπίτια τους ενώ οι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί πέρασαν στρατοδικείο και καταδικάστηκαν 8 σε θανατικές καταδίκες ανάμεσά τους και ο Καράκαλος οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι φυλακίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλα νησιά. Όλα αλλάζουν για τους στρατιώτες του Γκέρλιτς με την ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επαναφορά του Κωνσταντίνου. Οι αξιωματικοί που τιμωρήθηκαν πήραν προαγωγές και πήγαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας που ήταν σε έξαρση.

Αυτοί που έμειναν στο Γκέρλιτς
Πάνω από 200 Έλληνες έμειναν στο Γκέλιτς. Ορισμένοι σπούδασαν, άλλοι ανέπτυξαν επαγγελματική δραστηριότητα και πέτυχαν. Το 1921 ιδρύθηκε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Γκέλιτς και διαλύθηκε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η κοινότητα εκεί εξυπηρετείτο θρησκευτικά από τους ιερείς της Λειψίας. Γνωστές οι οικογένειες του υποδηματοποιού Φώσκολου που διώχτηκε από το ναζιστικό καθεστώς και της κυρίας Μπατζιώτη που επίσης καταδικάστηκε.
Σήμερα στο Γκέρλιτς ζουν πάνω από 40 απόγονοι δεύτερης έως τέταρτης γενιάς Ελλήνων. Ελληνικά ονόματα ακούγονται ακόμη στην πόλη αυτή. Η αγάπη των απογόνων για την πατρίδα είναι συγκινητική και στα παραμύθια των παππούδων εξιστορούνται τα γεγονότα και οι ανθρώπινες ιστορίες που λέγονται για τους Έλληνες στρατιώτες που ξεκίνησαν από την Καβάλα και έφτασαν στο Γκέρλιτς εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό του Οκτώβρη του 1916.

Το κείμενο βασίστηκε σε άρθρο του Γεράσιμου Αλεξάτου που ζει σήμερα στο Βερολίνο και ασχολείται με τις βιογραφίες Ελλήνων που έζησαν στην Γερμανία. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό των Ελλήνων του Βερολίνου «Εξάντας»

Ο κόμβος Ιάσμου





Ο Ίασμος αποκτά εμπορευματικό σταθμό

Μετά από πολλές προσπάθειες ο Ίασμος βγαίνει από την αφάνεια και με την κατασκευή του κομβικής σημασίας έργου γίνεται μια ψηφίδα σ' αυτο που ονομάζουμε "Θράκη - εμπορευματικό και διαμετακομιστικό κέντρο" για την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης.

Η μελέτη του έργου έχει ήδη ολοκληρωθεί και οι διαδικασίες για την αδειοδότηση ολοκληρώνονται στο αμέσως επόμενο διάστημα προκειμένου να ξεκινήσουν οι διαδικασίες δημοπράτησης.

Σύμφωνα με τη μελέτη: Προβλέπεται η κατασκευή ειδικών υποδομών στον κόμβο Ιάσμου, όπου θα αναπτυχθούν αποθηκευτικοί χώροι, κέντρο logistics, ξενοδοχείο, πρατήρια καυσίμων και όλες οι άλλες προβλεπόμενες υποδομές που απαιτούνται από το νόμο προκειμένου εκεί να μεταφέρονται, αποθηκεύονται ή να μεταφορτώνονται εμπορεύματα, τα οποία θα προέρχονται τόσο από την ελληνική αγορά όσο και από τις αγορές της Τουρκίας και της Βουλγαρίας.

Η λειτουργία του εμπορευματικού σταθμού θα δημιουργήσει σημαντικό αριθμό θέσεων εργασίας στην περιοχή και θα συμβάλλει στην αλλαγή του αναπτυξιακού τοπίου στη Θράκη.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα του χώρου, τον οποίο παραχώρησε ο Δήμος Ιάσμου για την ανάπτυξη του εμπορευματικού κέντρου, είναι ότι βρίσκεται ανάμεσα στην Εγνατία Οδό, επί ενός σημαντικού κόμβου και στη σιδηροδρομική γραμμή. Βρίσκεται επίσης μεταξύ τριών λιμανιών, Αλεξανδρούπολης, Πόρτο Λάγος και Καβάλας και τεσσάρων καθέτων αξόνων: του άξονα της Αλεξανδρούπολης-Βουλγαρίας, Κομοτηνής-Βουλγαρίας, Καβάλας-Δράμας-Βουλγαρίας και Ξάνθης-Βουλγαρίας, η κατασκευή του οποίου σχεδιάζεται να ξεκινήσει σύντομα.

Μέσα από το Εμπορευματικό Κέντρο Ιάσμου συμπληρώνονται οι υποδομές της περιοχής, δημιουργούνται νέες προϋποθέσεις ποιοτικής ανάπτυξης για τη Θράκη και ειδικότερα για τη Ροδόπη και για το Δήμο του Ιάσμου.

Η δρομολόγησή του ανακοινώθηκε μετα από σύσκεψη στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών ενώ ο υπουργός Ευριπίδης Στυλιανίδης δήλωσε: «Είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος, διότι ένα σχέδιο που ξεκινήσαμε σε συνεργασία με την τοπική και νομαρχιακή αυτοδιοίκηση του Δήμου Ιάσμου και του Νομού Ροδόπης, τώρα δρομολογείται στην πράξη. Αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά ότι η συστηματική συνεργασία για την ποιοτική ανάπτυξη της περιοχής μας, αποδίδει".

ΠΑΜΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ;


Ο ποιητής Σάκης Σερέφας προτείνει ένα διαφορετικό τουριστικό οδηγό της Θεσσαλονίκης, που φωτίζει άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές της ιστορίας, του πολιτισμού και της καθημερινότητας της πόλης.
Αγίου Αντωνίου, ναός
Μικρός χριστιανικός ναός κοντά στην πλατεία Ιπποδρομίου, χτισμένος γύρω στο 18ο αιώνα.
Στο εσωτερικό του, στο τέμπλο, ακόμη βρίσκονται καρφωμένοι μερικοί χαλκάδες.
Οχι, δεν είναι διακοσμητικοί. Από αυτούς τους χαλκάδες αλυσόδεναν τους σαλούς της πόλης και της ενδοχώρας και τους άφηναν δεμένους και νηστικούς για μέρες, μέχρι να τους γιάνει ο Αγιος Αντώνιος, ο προστάτης των τρελών.
Τα ουρλιαχτά τους αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά. Γιατί λέγεται ότι έπεφτε και γερό ξύλο.Βυζαντινό Μουσείο
Ως γιαπί, διακρίθηκε για την ευταξία και την πάστρα του. Ως τελειωμένο κτίσμα, αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη πως το αίθριο δεν είναι μια αυλή, μα το φωτεινό σπλάχνο των χώρων που το περιβάλλουν. Η ψυχή του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου πρέπει να πετάει από τη χαρά της γι’ αυτήν τη λειτουργική ομορφιά που κατάφερε.


Γεντί Κουλέ
Γνωστό και με την κοσμική ονομασία «τέως φυλακές Επταπυργίου». Κάτεργο, μπουντρούμι, κολαστήριο. Αν βρισκόταν στο Παρίσι, μπαίνοντας μέσα του θα αντικρίζατε το μουσείο της ανθρώπινης φρίκης. Μπαίνοντας τώρα στους πρώην θαλάμους εγκλεισμού, πλουτίζετε τις γνώσεις σας για τη βαλκανική οχυρωματική αρχιτεκτονική. Α ναι, σε μια προθήκη υπάρχουν και δύο κουταλάκια κρατουμένων.
Διαστημάνθρωποι
Εχω εντοπίσει τουλάχιστον πέντε και είναι όλοι τους πανευτυχείς και τρισόλβιοι, διότι τα πειράματά τους εξελίσσονται περίφημα.
Ενας από αυτούς μελετά τη συμπεριφορά των αδέσποτων σκύλαρων στα φανάρια κι έχει να λέει τα καλύτερα. Αλλοι δύο σπουδάζουν την ανατριχίλα των εντοπίων στο άκουσμα της λέξης «πανακότα», διότι μιαίνει τα ανατολίτικα σιροπιαστά με τα πούπουλά της.
Οι υπόλοιποι δύο περιφέρονται στους δρόμους της πόλης παριστάνοντας τους γήινους και τα μεταλλικά τους εντόσθια έχουν πιάσει ένα αλκαλικό πουρί.
Ευαγγελίστρια
Το κοιμητήριό της αποτελεί το ανοιχτό μουσείο της νεότερης πεθαμένης Θεσσαλονίκης. Παραδίπλα, στον ομώνυμο προσφυγικό συνοικισμό, οι πρασινοσχιστόλιθοι του νταμαριού ανάγονται στη φάση της αλπικής ορογένεσης.
Στα πόδια τους η βρύση με το φημισμένο «αθάνατο νερό». Ολα αυτά σε εννιά λεπτά περπάτημα από την Καμάρα. Μετρημένα. Κι ευλογημένα.
Ζόφος
Τα τοπία του είναι αφανώς διάσπαρτα μέσα και γύρω από την πόλη. Τσιμισκή 72, Φιλίππου 57 με Χριστοπούλου 7, Αγίου Δημητρίου 48, Βελισαρίου 42, πλατεία Βαρδαρίου γωνία με Μοσκώφ, Αναλήψεως με Χαλκιδικής 52, περιοχή Σφαγείων, πλατεία Ελευθερίας, παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός, στρατόπεδο Παύλου Μελά, κι αλλού, κι αλλού: χώροι βασανιστηρίων, εκτελέσεων, φυλάκισης, σκότους. Ασήμαντοι τόποι, αφανείς, αποτελούν τον «άλλο» εικοστό αιώνα της πόλης. Βοούν.
Ιβίσκος ο εδώδιμος
Ή αλλιώς η μπάμια. Συλλεκτικές –όσες δεν δόθηκαν αντιπαροχή– οι καπουτζηδιανές μπάμιες, δηλαδή οι της Πυλαίας: πεντάγωνες νάνες, ψηλές και πολύμορφες, σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα. Ευσταλείς, κρεατωμένες, τραγανές, κοστίζουν τουλάχιστον το διπλάσιο από τις κοινές θνητές, μα στο ξεπληρώνουν στο τραπέζι. Πριν από την τουρκοκρατία τα κτήματα των καπουτζηδιανών, οι οποίοι ήταν όχι μόνο οι καστροφύλακες της ανατολικής Πύλης («καπού») αλλά και δεινοί αμπελοκαλλιεργητές, εκτείνονταν από τα Κάστρα μέχρι τη σημερινή Νέα Ραιδεστό, ενώ κατείχαν μεγάλες εύφορες εκτάσεις και στην Τούμπα, στο Ντεπώ, στο Καραμπουρνάκι και στην Καλαμαριά.
Καλαμαριά
Η πίσω πόρτα της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνοι, η παραβαρδάρια δυτική είσοδός της αποτελεί την πλέον «επίσημη» δίοδό της εδώ και αιώνες: από εκεί μπήκαν και βγήκαν οι ξένοι στρατοί (Γερμανοί, Βούλγαροι, Γκαλάκτικα Φόρσες), από εκεί μπήκε ο ελληνικός στρατός το 1912, από εκεί γκαζώνει κανείς για να βρεθεί στην ηπειρωτική χώρα. Ομως η πλέον πολυπληθής είσοδος νέου πληθυσμού στην πόλη συνέβη στα 1920-22 από τις αμμουδιές της Καλαμαριάς, όταν περισσότεροι από διακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες από τον Καύκασο, το Καρς και τη Μικρασία αποβιβάστηκαν από τα πλοιάρια που τους μετέφεραν, απολυμάνθηκαν στο επιτόπιο απολυμαντήριο και εγκαταστάθηκαν στα στρατιωτικά παραπήγματα της περιοχής. Το τι πέρασαν από κει και μετά αποτελεί μια πονεμένη ιστορία. Οχι, η πινακίδα στη στάση της αστικής συγκοινωνίας με την ένδειξη «Απολυμαντήριο» στο ύψος της σημερινής πλαζ της Καλαμαριάς δεν αποτελεί σήμανση καφετέριας.
Λέξεις
Η Θεσσαλονίκη των λέξεων. Η Θεσσαλονίκη του Πεντζίκη, του Μπακόλα, του Καζαντζή, του Ιωάννου, του Ναρ, του Ταχτσή, αλλά και του Εντμουντ Κίλι, του Μισέλ Μπιτόρ και του Λακαριέρ. Ελληνες και ξένοι συγγραφείς που μεταστοιχείωσαν την πρώτη ύλη της πόλης σε μιαν «άλλη» Θεσσαλονίκη.
Δρόμοι, άνθρωποι, παλιά και σύγχρονη ιστορία πυροδοτούν την έμπνευση και πολεοδομούν τη Θεσσαλονίκη των λέξεων, δηλαδή τη Θεσσαλονίκη του προσωπικού μύθου, ενίοτε πιο συναρπαστική από την υπαρκτή.
Μυδοπίλαφο, Μοδιάνο, Λαδάδικα
Μας τελείωσαν.
Νίκης, λεωφόρος
Δηλαδή η παλιά παραλία. Με τις αθέατες φαντασμαγορίες της. Από κάτω της κείτονται μπαζωμένα τα τείχη της πόλης. Λίγα μέτρα μετά την προκυμαία βρίσκονται ποντισμένες στον υδραργυρούχο πυθμένα ελληνιστικές λάρνακες προορισμένες να αποκρούσουν τα πλοία των Σαρακηνών. Πιο πέρα από τον κυματοθραύστη το τουρκοφάγο θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» κείται στο βυθό με την πλώρη του στραμμένη προς το Λευκό Πύργο.
Στ’ ανοιχτά το μεταλλικό φέρετρο ενός Βρετανού συμπληρώνει 80 χρόνια ζωής στο Θερμαϊκό πυθμένα. Η υποβρύχια Θεσσαλονίκη καλά κρατεί.
Oθωμανική Τράπεζα (πρώην)
Γωνία Φράγκων με Λέοντος Σοφού. Στα 1903 μια ομάδα Βούλγαρων αναρχικών την ανατινάζει, ενώ σκορπά βόμβες σ’ όλη την πόλη επί τρεις τουλάχιστον μέρες. Νεκροί και πανικός, ενώ η τοπική Ιστορία σκανάρει σκηνές με δυναμίτες που σκάζουν στα καφωδεία της παραλίας. Το κτίσμα καταρρέει, μα του απομένει όρθια λίγη πρόσοψη, καθώς και τα δυο εράσμια αγάλματα του κήπου, με τα δάχτυλα του χεριού τους ακρωτηριασμένα μέχρι σήμερα από εκείνες τις βόμβες. Είναι τα αγάλματα που σήμερα αντικρίζουν τους τραπεζικούς, τους δικηγόρους και τους βιοτέχνες να μην έχουν στα πάρκινγκ μοίρα.
Πορτάρα, η
Ψηλά στα Κάστρα. Ο καλύτερος τρόπος για να τη δείτε είναι στο βίντεο. Στο «Ξυπόλυτο Τάγμα» του Γκρεγκ Τάλας αποτελεί το σκηνικό για μιαν από τις πλέον αστικοδίαιτες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Ενα φιλμ που παίρνει ζωή από την καθαρή πρωτεΐνη της Θεσσαλονίκης: τους αλάνηδες χώρους της.
Ρύποι
Οι ατμοσφαιρικοί. Οι τιμές συγκέντρωσής τους είναι ανώτερες από εκείνες του Λος Αντζελες. Δεν το είπε η τηλεόραση αλλά οι μετρήσεις.
Σοφίας Αγίας, ναός
Ενας ναός που τόσο ο ίδιος όσο και η αυλή του συνδέθηκαν άμεσα με την Ιστορία της πόλης κατά τους τελευταίους 13 αιώνες. Προσέξτε καλά την κεραμιδένια σκεπή από το πρόπυλο του αυλόγυρου, το οποίο είναι χτισμένο πάνω στην ομώνυμη πλατεία μπροστά στο ναό. Τα κεραμίδια του τα μάζεψε ένα ένα με τα χέρια του ο αρχιτέκτονας Ιωάννης Σιάγας από τα σπίτια της γειτονιάς που καταστράφηκαν κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Γι’ αυτό και είναι μαυρισμένα.
Ταφόπλακες
Αυτές με τις οποίες είναι στρωμένος ο περιβάλλων χώρος της Καμάρας. Φερμένες από το ξεπατωμένο εβραϊκό νεκροταφείο. Πισίνες, πεζοδρόμια, αυλές, περιτειχίσματα είναι μερικοί μόνον από τους χώρους της πόλης οι οποίοι ντύθηκαν με τα απομεινάρια αυτού του παμπάλαιου καλοχωνεμένου κοιμητηρίου. Που ακόμη περιμένει το μνημείο του σε κάποια γωνιά της πανεπιστημιούπολης.
Υόρκη, Νέα
Τις φτωχογειτονιές αυτής της μεγαλούπολης φέρνει στο νου του Χέρμαν Μέλβιλ το θέαμα των δρόμων της Θεσσαλονίκης. Ο συγγραφέας επισκέπτεται την πόλη στα 1856 και καταγράφει στο ημερολόγιό του: «Η οροφή της Ροτόντας μωσαϊκό. Γυάλινο. Κομμάτια πέφτουν συνεχώς στο πάτωμα. Πήρα μαζί μου αρκετά. Οι δρόμοι στενοί, σαν δρομάκια για αγελάδες, μυρίζουν σαν αχυρώνες. Η όψη των δρόμων μοιάζει με εκείνη των χαλασμένων σπιτιών του Five Points, τη φτωχογειτονιά της Νέας Υόρκης».
Φωτογραφία
Κατοχή, χειμώνας του 1941. Ενα δεκαπεντάκιλο δεκάχρονο αγόρι σκαλίζει ένα σκουπιδοτενεκέ στη γωνία Εγνατίας με Πλάτωνος, απέναντι από την Αχειροποίητο. Ξέρει πως εκεί πετάει τ’ αποφάγια ο μάγειρας του κατέναντι γερμανικού φρουραρχείου. Ενας φαντάρος φωτογραφίζει τη σκηνή από το μπαλκόνι. Ο πόλεμος σχολνά και η φωτογραφία καταχωρίζεται σε κάποιο άλμπουμ με τη λεζάντα: «Να πώς καθάριζαν οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης από τα σκουπίδια». Είκοσι χρόνια μετά ένας Ελληνας που δουλεύει στο Αμβούργο ως μηχανικός βρίσκεται καλεσμένος στο σπίτι μιας ηλικιωμένης φίλης του Γερμανίδας. Ξεφυλλίζουν, μαζί κι ο γιος της, οικογενειακές φωτογραφίες, μέχρι που φτάνουν και στην προκείμενη. Ο Ελληνας μηχανικός είναι εκείνο το δεκάχρονο παιδί, ο Γερμανός γιος είναι εκείνος ο φωτογράφος, η σκηνή που απεικονίζει είναι αυτή της σκουπιδοφαγίας. Ο Γερμανός ζήτησε συγγνώμη. Για τη λεζάντα που έγραψε. Το περιστατικό, μαζί και η φωτογραφία, δημοσιεύτηκαν στον τοπικό Τύπο.
Χλωρίδα
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης αποτελούν ένα μοναδικό βιότοπο της χαροκαμένης χλωρίδας της πόλης, ένα ζωντανό μουσείο των φυτών της. Επειτα από μελέτη που εκπόνησε το Εργαστήριο Συστηματικής Βοτανικής και Φυτογεωγραφίας του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ, καταγράφηκαν 263 διαφορετικά φυτά που αυτοφύονται στα τείχη της πόλης. Ενα από αυτά, το Silene Thessalonica, πήρε το όνομά του από την πόλη, γεγονός σπανιότατο στα διεθνή βοτανικά πρακτικά. Αλλα, όπως ο αΐλανθος –δηλαδή η κοινότατη βρομούσα, κινεζικής προέλευσης– εισήχθη, για καλλωπισμό, από τους Τούρκους και με το ριζικό του σύστημα ρωγματώνει επικίνδυνα τα τείχη. Η συκιά, η μουριά, το αμπέλι, η ροδιά και η αμυγδαλιά, που συναντώνται διάσπαρτα σε απόμερα σημεία των τειχών, αποτελούν φυτά που «διέφυγαν» από τους κήπους και τα πάρκα της παλιάς Θεσσαλονίκης και συνεχίζουν τώρα τη ζωή τους εκεί, του καλού καιρού. Οποιος ορέγεται μπορεί να μαζέψει και άφθονη κάππαρη.
Ψηφιδωτό
Μορφή ανδρός που κύπτει στατικά. Το δεξί του χέρι είναι υψωμένο, η παλάμη ανοιχτή σε σχήμα άμυνας, απόκρουσης – ή μήπως ενός φρικώδους χαιρετισμού; Αντίκρυ του ένα υπέρογκο κεφάλι λέοντος. Ο λέων διαθέτει στους πρόποδές του ένα παχύ σφραγισμένο βιβλίο. Ο γήινος και το κτήνος κοιτάζονται κατάματα. Το βλέμμα του αίλουρου ανθρωποφέρνει, κάπως αμήχανο, ενώ του ανδρός δείχνει εξόχως αποφασισμένο. Βρισκόμαστε στον όσιο Δαβίδ, αντικρίζουμε τον προφήτη Ιεζεκιήλ και το κλειστό βιβλίο συμβολίζει τον προφήτη Μάρκο.
Ωκεανός, ο Ατλαντικός
Υπαρκτή θαλάσσια έκταση, κείμενη περί τα τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικά της πόλης. Οι καπνιστές ρέγκες, οι παστωμένοι μπακαλιάροι, τα κατεψυγμένα καβούρια και τα εξαιρετικώς δυσεύρετα χέλια του Μεσολογγίου και της Αγουλινίτσας –ωορριχθέντα στη Θάλασσα των Σαργασσών, όπως όλα τα χέλια του πλανήτη– αποτελούν τους πλέον συνεπείς μετακομιστές του ατλαντικού πολιτισμού στις γαστέρες των εντοπίων μπαγιάτηδων.

Πατσάς, μια άλλη πόλη, μια άλλη εποχή




Θεσσαλονίκη

Ώρα που είναι (5.21 π.μ.), ας μιλήσουμε για πατσά παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Τα πατσατζίδικα της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη της Δύσης” της Λένας Καλαϊτζή-Οφλίδη (εκδόσεις Παρατηρητής, 1994). Δεν είναι τόσο ο πατσάς που με απασχολεί, όσο οι εικόνες που ξεπηδούν, μιας άλλης εποχής, μιας άλλης πόλης ενδεχομένως, που φαντάζει σήμερα τόσο μακρινή και ξένη. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε ότι τα περισσότερα από τα πατσατζίδικα που αναφέρονται σήμερα πλέον έχουν κλείσει.
Ο πατσάς ήταν από πάντοτε το φαγητό της φτωχολογιάς, γι’ αυτό και συνδέθηκε τόσο πολύ με μια πόλη φτωχομάνα. Οι παλιοί πατσατζήδες της Θεσσαλονίκης λένε, πως δεν υπήρχαν ναυτεργάτες, τραμβαγιέρηδες, χαμάληδες του λιμανιού και καπνεργάτες, που να μην έκαναν στάση πρωί πρωί, στις 5 η ώρα και πριν αρχίσουν τη δουλειά τους, για έναν πατσά.
Φuσικά κάθε περιοχή είχε και τη δική της ιδιαίτερη ποικιλία από πελάτες. Τα πατσατζίδικα της πλατείας Ελευθερίας εξυπηρετούσαν τους εργάτες του λιμένα Θεσσαλονίκης ενώ τα μαγαζιά της Μπάρας εργαζόμενους στα καπνεργοστάσια, στρατιώτες αλλά και ανθρώπους της νύχτας, του υποκόσμου, θαμώνες των νυχτερινών κέντρων και θεατές των μπουλουκιών που έδιναν τις παραστάσεις τους στην περιοχή.
Στα πατσατζίδικα της Εγνατίας και της Καμάρας συχνάζανε πιο πολύ ταξιδιώτες, επισκέπτες της Έκθεσης, όλος σχεδόν ο φοιτητόκoσμος του Πανεπιστημίου και οι δημοσιογράφοι, που λόγω δουλειάς τα είχανε για στέκι τους.
Σήμερα, στην τεράστια αυτή ποικιλία έχουνε προστεθεί και οι ξενύχτηδες των μπουζουκιών, καλλιτέχνες και πελάτες κι ακόμα πιο πρόσφατα, Ρωσοπόντιοι και Αλβανοί φυγάδες.
Καθώς το πατσατζίδικο είναι ένα μαγαζί που λειτουργεί εικοσιτέσσερις ώρες το 24ωρο, μπορεί να γίνει και μια, κατά προσέγγιση, κατανομή της πελατείας του ανάλογα με την ώρα Έτσι, γύρω στις πέντε το πρωί σταματούν για πατσά οι οδηγοί και εισπράκτορες λεωφορείων, πριν πιάσουν βάρδια. Γύρω στις έξη οι εργάτες του λιμανιού, του εργοστασίου και της οικοδομής. Αν και σήμερα, λένε οι μαγαζάτορες, τούτη η πολύ πρωινή πελατεία έχει λιγοστέψει γιατί, ακόμα και ο φτηνός πατσάς, έγινε ασύμφορος, ως πρωινό, για το εργατικό βαλάντιο. Οχτώ με μία τα πατσατζίδικα γεμίζουν μ’ επαρχιώτες που κατεβαίνουνε στην πόλη για δουλειές και ψώνια. Ιδίως κατά την περίοδο της Έκθεσης.
Το μεσημέρι παλιότερα ήταν νεκρή ώρα για τα πατσατζίδικα. Με αυτή την ευκαιρία έκανε ο μάστορας την αλλαγή του καζανιού, που έμπαινε γύρω στη μία και σιγόβραζε μέχρι τις πέντε το απόγευμα, οπότε ξεκινούσε και πάλι η δουλειά. Σήμερα, το μεσημεριάτικο κενό γεμίζει με Ρωσοπόντιους. Μετά το κλείσιμο στις δώδεκα των λαϊκών αγορών, όπου εκθέτουν τις πραμάτειες τους, σταματούν στο πατσατζίδικο για ένα γρήγορο γεύμα. Άλλοι δεν τρώνε, μόνο πίνουν. Μυστήρια πράματα…
Το βράδυ ακολουθεί η πελατεία της νύχτας. Ξενύχτηδες σε μπουζουξίδικα, διασκεδαστές, τραγουδιστές, πουτάνες, τραβεστί, νταβατζήδες. Ανώνυμοι κι επώνυμοι. Όποιον πατσατζή κι αν ρωτήσεις, θα σου αναφέρει τουλάχιστον δέκα ονόματα πολύ γνωστών της νύχτας, της τέχνης ή της πολιτικής που να ‘χουν για μόνιμο πέρασμα το μαγαζί τους. Για την αλησμόνητη Γεωργία Βασιλειάδου, λένε, ότι ήταν φανατική λάτρης του πατσά και σύχναζε τακτικότατα στου «Τρούλλου» στο Ιπποδρόμιο, μιας κι ήτανε το κοντινότερο στο Στρατιωτικό Θέατρο. Απ’ του «Ηλία» περνούσαν τακτικά ο Καζαντζίδης, ο Πάριος, ο Στράτος Διονυσίου, ο Νίκος Ξανθόπουλος και ο μακαρίτης ο Χρηστάκης, που πάντοτε κερνούσε τους παρευρισκόμενους.
Ο Στράτος Διονυσίου, αξέχαστος κι αυτός, έτρωγε συνήθως δύο μερίδες, μια ψιλοκομμένο και μια ποδαράκια αλατοπίπερο, που για τους ειδικούς του πατσά είναι η πεμπτουσία της γεύσης. Ο Τόλης Βοσκόπουλος, κάθε φορά που τραγουδάει στη Θεσσαλονίκη, τον παραγγέλνει τηλεφωνικά στο ξενοδοχείο του. Απ’ του «Τσαρουχά» και ποιος δεν έχει περάσει. Όρεξη να ‘χεις ν’ ακούς να σου αραδιάζουν τ’ αφεντικά του ονόματα επωνύμων. Μέχρι και ο Ζίφκοφ, ινκόγκνιτο. Εκεί καταλήγει, μετά τις πολύωρες συνεδριάσεις του, πολλές φορές και το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης αφού ο ένας των ιδιοκτητών είναι κι αυτός δημοτικός σύμβουλος.
Αλλά και στου «Λευτέρη», μιας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μαγαζί, η λίστα των επώνυμων πελατών είναι τεράστια.
Αυτή λοιπόν η κατάληξη των ξενύχτηδων στα πατσατζίδικα, είναι κατά κάποιο τρόπο και η επιθυμία για παράταση της ευφορίας, που προκαλεί το πιοτό, με μιαν εξίσου θελκτική επιστροφή στη νηφαλιότητα. Να μην τελειώσει η νύχτα θέλει ο γλεντζές, αλλά αν πρέπει, ας τελειώσει τουλάχιστον καλά. Τελικά η σχέση του άντρα με τον πατσά, θυμίζει λίγο τη σχέση του με το τσιγάρο. Μόνο που εκείνο το αρχίζει όταν νιώθει πως γίνεται σιγά - σιγά άντρας. Τον πατσά τον τρώει, όταν πια ξέρει να γλεντάει σαν άντρας
Θα πρέπει να τονίσουμε πως οι φανατικοί του πατσά θεωρούνται δύσκολοι και ιδιότροποι πελάτες. Πολλοί απ’ αυτούς τρώνε και απαιτούν η μερίδα τους να είναι από συγκεκριμένο μέρος της κοιλιάς (σαρδένι, τόπι, νταμάρι) και δεν το αλλάζουν με τίποτα. Μερικοί μάλιστα στέκονται δίπλα στο καζάνι και παρακολουθούν το μάστορα να κόβει την παραγγελία τους λες και πρόκειται για το πρώτο ή το τελευταίο γεύμα της ζωής τους. Άλλοι, ακόμα πιο απαιτητικοί, μπαίνουν στο μαγαζί μια συγκεκριμένη ώρα, όταν έχει βάρδια ο «δικός» τους μάστορας, που «ξέρει» πώς να τους περιποιηθεί, γιατί γνωρίζει τα χούγια και τα γούστα τους. Από άλλον δεν τρώνε. Αυτή είναι εξάλλου η γοητεία που ασκεί η αίσθηση της αποκλειστικότητας στη σχέση του πελάτη με το μαγαζί. Συνήθως, σε τέτοιες προχωρημένες περιπτώσεις λατρευτικής μύησης στα απόκρυφα της πατσαδολαγνείας, οι παραγγελίες δίνονται μόνο μ’ ένα συμβολικό κλείσιμο του ματιού στο… σερβιτόρο.

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ


Ένας βέρος Έλληνας Βερολινέζος

Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια συνηθισμένη μέρα στο Terzo Mondo του Κώστα Παπαναστασίου στο Σαρλότενμπουργκ του Βερολίνου;

Η ζωή του θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα, καθώς νεαρός ακόμη φεύγει με την παρότρυνση του πατέρα του, από ένα χωριό της Καρδίτσας, να συναντήσει την μοίρα του στην Κεντρική Ευρώπη. Να σπουδάσει αρχιτέκτονας και να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Ο χειμώνας του 1956 τον βρίσκει στην πόλη που ακόμη προσπαθεί να συνέλθει από τα χτυπήματα των βομβαρδισμών των συμμαχικών δυνάμεων. Ακόμη το Checkpoint Carlie (το σημείο ελέγχου των συμμαχικών δυνάμεων), είναι στημένο μεταξύ των δύο τομέων του Βερολίνου. Για το τείχος κουβέντα, οι κάτοικοι προσπαθούν να αναστηλώσουν ότι είναι ερειπωμένο. Μια γκρίζα, μουντή και γεμάτη αβεβαιότητα πόλη. Σ’ αυτή την πόλη φτάνει ο Κώστας αναζητώντας τρόπο να εγγραφεί σε ένα πανεπιστήμιο, μόνο που του λείπουν λίγα μάρκα για να πάρει το εισιτήριο. Δουλειές του ποδαριού, κρεβάτι του τα παγκάκια και οι σταθμοί τρένου, σκηνές βγαλμένες από την γνωστή ταινία του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Βερολίνο – Αλεξάντερ Πλάτς», ένα φτωχικό δωμάτιο αργότερα και με λίγα πφένιγκ να προσπαθεί να χορτάσει με μια μπιζελόσουπα και ένα ξεροκόμματο στο γνωστό ορθάδικο «Άσιγκα» εστιατόριο της πόλης. Ένα αναπάντεχο τσεκ από τον αγρότη πατέρα του θα του ανοίξει την πόρτα να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο και να σπουδάσει και μια μεγάλη σε ηλικία προερχόμενη από αριστοκρατική οικογένεια Γερμανίδα θα αναγνωρίσει επάνω του την δίψα για την ηθοποιία και θα του δώσει κάποια λίγα μάρκα να σπουδάσει υποκριτική, γιατί λέει έμοιαζε με Έλληνα αρχαίο θεό.
Ο Κώστας Παπαναστασίου σήμερα δεν είναι απλά μια σημαντική μορφή στην κοινωνία του Βερολίνου, αλλά το στέκι του το γνωστό Terzo Mondo που σημαίνει «τρίτος κόσμος», αποτελεί το πιο σημαντικό καλλιτεχνικό στέκι του Βερολίνου και ένα σημείο επαφής των κάθε λογής αντιστασιακών από τον καιρό της δικτατορίας (όπου όλες οι πολιτικές νεολαίες και τάσεις έβρισκαν σημείο δημοκρατικού διαλόγου και επικοινωνίας) μέχρι σήμερα που οι πόλεμοι δεν έχουν σταματήσει την φυγή των αντιφρονούντων προς την ελεύθερη Ευρώπη.
Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια συνηθισμένη μέρα στο Terzo Mondo του Παπαναστάση στο Σαρλότενμπουργκ του Βερολίνου;
Θα σας αναφέρω τι είδα εγώ σε ένα βράδυ. Έναν ραδιοφωνικό παραγωγό γνωστού ραδιοφωνικού σταθμού του Βερολίνου σε ένα τραπέζι να έχει ένα πικ απ της δεκαετίας του ’60 και να ακούει με Έλληνες και Γερμανούς δίσκους 78 στροφών με άγνωστα ρεμπέτικα ηχογραφημένα στην Αμερική στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Σε άλλο τραπέζι ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος με τους συνεργάτες του να συζητούν για τα γυρίσματα της νέας του ταινίας που θα γίνουν και στο Βερολίνο. Ένας μετανάστης από την Σενεγάλη με την κιθάρα του παίζει μουσικές της πατρίδας του για να εξοικονομήσει ένα χαρτζιλίκι, πουλώντας και κάποια εφημερίδα. Στα ηχεία ακούγονται τραγούδια της Χαρούλας και σε ένα άλλο τραπέζι ένας γνωστός ηθοποιός από αυτούς που λέμε σταρ απολαμβάνει με την παρέα του μουσακά, τζατζίκι και ρετσίνα, ανταλλάσοντας αστεία από τον καιρό του διαχωρισμού του Βερολίνου σε ανατολικό και δυτικό με τον Κώστα. Τρίτος κόσμος ή τρίτος δρόμος αυτό το στέκι κλείνει 44 χρόνια ζωής. Από εδώ πέρασαν οι πάντες. Η Μελίνα χόρεψε τις ζεϊμπεκιές της. Ο Φασμπίντερ εδώ έγραψε πολλά κομμάτια του σεναρίου του για την σειρά «Αλεξάντερ Πλατς». Από εδώ πέρασαν οι Ταρκόφσκι, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Δόμνα Σαμίου, Αλέκος Παναγούλης, Τίτος Πατρίκιος, Θανάσης Βαλτινός, ο νυν πρόεδρος της δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας που του άρεσε να παίζει παραστάσεις με τον Καραγκιόζη μαζί με τον Κώστα Παπαναστασίου, αλλά και τόσοι άλλοι Έλληνες, Χιλιανοί, Αφρικανοί, Ρώσοι, Βαλκάνιοι και Ευρωπαίοι καλλιτέχνες.
Τι είναι αυτό που άλλαξε από την δεκαετία του ’60 μέχρι το 2008; «Λείπουν πια οι μικρές μπουάτ, τα μικρά μαγαζιά όπου γινόταν πράγματα, όπου η τέχνη έπαιζε το παιχνίδι της» αναπολεί ο Κώστας. «Λείπει πια από το Βερολίνο η σάτιρα, το γνωστό καμπαρέ (όχι όπως το ξέρουμε στην Ελλάδα), όπου από σκηνής μπορούσες να σατιρίσεις με τραγούδι και έξυπνη πρόζα τα κακώς κείμενα και να προβληματίσεις τον κόσμο. Γι’ αυτό κι εγώ στο πίσω μέρος του μαγαζιού μου έφτιαξα μια αίθουσα τέχνης όπου μπορώ να στήσω εκδηλώσεις από εικαστικά (να είχα πριν λίγο καιρό την φίλη μου Σύνη Αναστασιάδη), παραστάσεις καμπαρέ, βραδιές ποίησης, συζητήσεις για κοινωνικά και πολιτικά θέματα, αυτά που λείπουν γιατί τα σκότωσε η τηλεόραση, ο νέος τρόπος ζωής και ο χρόνος που τελικά έγινε πολύτιμος, γιατί δεν υπάρχει μια καλή διαχείρισή του».
Ο Κώστας Παπαναστασίου, δεν είναι ιδιοκτήτης ενός καφεστιατορίου. Είναι αρχιτέκτονας, έχει διδάξει στην σχολή καλών τεχνών του Βερολίνου, είναι καλλιτέχνης, παίζει μουσική έχει κυκλοφορήσει μάλιστα και δουλειές του στην δισκογραφία, έχει πολύ ωραία φωνή και ξέρει καλά την τέχνη του ηθοποιού, εφόσον την έχει σπουδάσει κι αυτή. Έχει πρωταγωνιστήσει στην πολύ πετυχημένη σειρά Αυστρογερμανικής παραγωγής που παίζεται εδώ και κάποιες δεκαετίες «Ο δρόμος κάτω από τις Λεύκες» και για τους γερμανομαθείς «Under der Linden”.Παράλληλα έχει συμμετάσχει σε πολλές θεατρικές παραγωγές και τώρα τελευταία πρωταγωνιστεί σε ένα άλλο πεδίο. Στην δημιουργία γέφυρας βοήθειας της Γεωργίας σε ιατροφαρμακευτικό υλικό φτιάχνοντας ειδικά τμήματα σε κλινικές της χώρας αυτής και σχεδιάζοντας παραγωγές ανταλλαγής πολιτιστικών έργων και εκδηλώσεων μεταξύ Γεωργίας – Ελλάδας και Γερμανίας.

Τελικά είσαι Βερολινέζος ή Έλληνας;
-Αν δεν είσαι σοβαρός άνθρωπος και δεν ξέρεις από πού έρχεσαι και που βρίσκεσαι είσαι διαρκώς μετέωρος. Είναι σαν τον αναποφάσιστο εραστή που δεν ξέρει ποια από τις δυό ερωμένες να διαλέξει. Το Βερολίνο είναι μια κοσμοπολίτικη πόλη, όπου έχουν συμβεί σοβαρά πολιτιστικά, φιλοσοφικά και επιστημονικά γεγονότα επειδή ως πόλη αποδέχεται κάθε κουλτούρα απ’ όπου κι αν προέρχεται. Μια τέτοια πόλη που με μεγάλωσε εδώ και χρόνια μέσα από κακές και καλές στιγμές δεν μπορεί παρά να με εκφράζει, εφόσον μου έδωσε την δυνατότητα να αναπτύξω τις ιδέες και τις απόψεις μου. Η Ελλάδα όμως είναι αυτό που ο Οδυσσέας αποκαλεί Ιθάκη, πατρίδα, το νόστιμον ήμαρ.

Τι μπορεί να φέρει έναν Έλληνα στη δεκαετία του ’50 στη Γερμανία;
Η απόφαση του πατέρα μου να με αφήσει ελεύθερο να επιλέξω τι να κάνω στην ζωή μου. Και να φανταστείς ήταν ένας αγρότης αλλά με ανοιχτό μυαλό.
Όμως από κει και πέρα ήθελε μεγάλο πείσμα για να σπουδάσεις, να δουλέψεις, να επιβάλεις την προσωπικότητά σου σε μια ξένη προς εσένα κοινωνία.

Από αρχιτέκτονας έγινες ηθοποιός. Πως ξύπνησε μέσα σου αυτή η αναζήτηση στην τέχνη;
Φαίνεται ότι η φάτσα μου κάτι θύμιζε στον περίγυρό μου. Με παρομοίαζαν με τον Τζάκ Πάλανς (ήμουν πιο αδύνατος τότε), με τον Κώστα Καζάκο, με άλλους ηθοποιούς. Ε πες – πες άρχισα κι εγώ να αναρωτιέμαι μήπως και έχω ταλέντο ή κάτι το εσωτερικό και δεν το ξέρω. Πήγα σε μια σχολή και έκτοτε έχω παίξει σε πολλές ταινίες με σημαντικότερες «Η κατάληψη του κάστρου» το 1977, του Μπέρναρντ Βίκι ο οποίος σκηνοθέτησε αργότερα ταινίες όπως το «Παρίσι – Τέξας», «Το χτύπημα του σκορπιού» με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ, «Milo - Milo» του Νίκου Περάκη, «Shots» του Άλτερ Μάν, “Kobay” σε μουσική Ζουφλί Λιβανελί κ.α. Σπουδαία στιγμή η συμμετοχή μου στη γερμανική τηλεοπτική σειρά
"Lindenstraße" όπου έγινα πασίγνωστος σε όλους ως «Παναγιώτης Σαρικάκης», λόγω της μεγάλης θεαματικότητας της σειράς.
Μάλιστα η συμμετοχή του στον ρόλο ενός Έλληνα που συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και περνάει φρικτά βασανιστήρια στις τουρκικές φυλακές, έκανε ορισμένους να σταματήσουν την πορεία του ήρωα αυτού μια και το τουρκικό λόμπι είναι ιδιαίτερα ισχυρό στην Γερμανία.
Ο τύπος του Βερολίνου έχει ασχοληθεί πολλές φορές μαζί του με αφιερώματα αλλά και αρκετές ήταν οι συμμετοχές του σε εκπομπές και ρεπορτάζ των μεγάλων γερμανικών καναλιών και ραδιοφωνικών σταθμών. Η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα του Βερολίνου τον έχει χαρακτηρίσει «Κώστας Παπαναστασίου – Ένας αυθεντικός Βερολινέζος», πράγμα που για όσους ξέρουν την γερμανική ιδιοσυγκρασία αποτελεί μεγάλη τιμή, για έναν μετανάστη από άλλη χώρα.
Πιστή σύντροφος της ζωής του μια θαυμάσια χαμογελαστή Γερμανίδα η οποία το είχε βάλει σκοπό να παντρευτεί Έλληνα και εφόσον έγινε το όνειρό της πραγματικότητα με τον Κώστα είναι διπλά ενθουσιασμένη. Μιλάει άπταιστα ελληνικά, γνωρίζει όλα τα μυστικά της ελληνικής κουζίνας και είναι φανατική για ότι Ελληνικό.

Οι Έλληνες των Σκοπίων


γράφει ο Τάσσος Μητσόπουλος
Βουλευτής ΔΗ.ΣΥ. Κύπρου

Απίστευτης θρασύτητας η πρόκληση του Σκοπιανού πρωθυπουργού Γκρούεφσκι, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, με επιστολή του στον Έλληνα ομόλογό του Κώστα Καραμανλή θέτει θέμα «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα.
Με την ανιστόρητη και άκρως προκλητική αυτή κίνησή του, ο πρωθυπουργός των Σκοπίων υπονομεύει συνειδητά την υπό εξέλιξη διαδικασία διαπραγματεύσεων για το επίμαχο θέμα της ονομασίας. Διαδικασία η οποία έχει ξεκάθαρο περιεχόμενο, σαφείς και συγκεκριμένους όρους εντολής. Με την κίνηση αυτή ο κ. Γκρούεφσκι, ο οποίος στήριξε την πρόσφατη επανεκλογή του σε μια άκρως εμπρηστική και εθνικιστική προεκλογική εκστρατεία, αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις των εθνικιστικών κύκλων των Σκοπίων, που δεν είναι άλλες από τη δημιουργία συνθηκών αποσταθεροποίησης στην Ελλάδα, ως πράξη αντιπερισπασμού στα σοβαρά εθνοτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει εσωτερικά το συγκεκριμένο κράτος.
Μάλιστα οργανώσεις της λεγόμενης «Μακεδονίας του Αιγαίου» προβαίνουν σε μια ακόμη προβοκατόρικη ενέργεια ανακοινώνοντας την πρόθεσή τους να οργανώσουν εκδήλωση υπέρ των δικαιωμάτων των «Αιγαιατών Μακεδόνων», εντός της ελληνικής επικράτειας.
Η ηγετική ομάδα των Σκοπίων, εφαρμόζοντας στην πράξη το γνωμικό «φωνάζει ο κλέφτης...», εγείρει ανύπαρκτα μειονοτικά ζητήματα στην Ελλάδα την ώρα που ευσχήμως αποσιωπά τον συστηματικό εξανδραποδισμό της ελληνικής μειονότητας, η οποία διαχρονικά κατοικούσε και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να κατοικεί στην επικράτεια της ΠΓΔΜ.
Ο πρώτος πρόεδρος των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόροφ, σε μια έκρηξη ειλικρίνειας, ευθύς μετά την απόσχιση του κρατιδίου του από την πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία, είχε, με συνεντεύξεις του σε ευρωπαϊκά έντυπα και εφημερίδες, αναγνωρίσει την ύπαρξη τουλάχιστον 100.000 Ελλήνων εντός των συνόρων της ΠΓΔΜ.
Οι Έλληνες αυτοί, αυτόχθονες Μακεδόνες, βλαχόφωνοι και σαρακατσάνοι, είχαν για δεκαετίες ολόκληρες υποστεί αφόρητους διωγμούς, ως υποκείμενα μιας καλά οργανωμένης εκστρατείας του κομμουνιστικού καθεστώτος του Τίτο, η οποία είχε διττό στόχο. Να υποβάλει τους Έλληνες των Σκοπίων, μαζί με άλλες μειονότητες, σε μια συστηματική πλύση εγκεφάλου με σκοπό την αφαίρεση κάθε στοιχείου εθνικής ταυτότητας, μνήμης και αυτογνωσίας. Και τη δημιουργία μιας ψευδεπίγραφης και τεχνητής, δήθεν εθνότητας σλαβομακεδόνων, η οποία διά του συστηματικού σφετερισμού συμβόλων, ιστορίας, τοπωνυμίων και πολιτισμού θα υπηρετούσε τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για έξοδο στο Αιγαίο.
Την περίοδο 1989 - 93, όταν υπηρετούσα ως ειδικός σύμβουλος στο ελληνικό ΥΠΕΞ, είχα λάβει ρητές οδηγίες από την προϊσταμένη μου Υφυπουργό Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, να ασχοληθώ με το θέμα της ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια.
Έχοντας πολύτιμους συμπαραστάτες στην αποστολή μου αυτή επιφανείς καθηγητές και επιστήμονες, αλλά και θερμούς και συνετούς πατριώτες, ταξίδεψα αρκετές φορές στην ΠΓΔΜ και κυρίως στην περιοχή του Μοναστηρίου. Ήρθα σε επαφή, λαμβάνοντας πάντοτε τις σχετικές προφυλάξεις, με δεκάδες Έλληνες των Σκοπίων, οι οποίοι με δάκρυα στα μάτια και πόνο ψυχής, μου εξιστορούσαν τις διώξεις που υπέστησαν, την αφόρητη πνευματική τρομοκρατία που γνώρισαν προκειμένου να απαρνηθούν τις ρίζες, την ταυτότητα, την πίστη τους και να γίνουν δηλωσίες. Να αποδεχθούν δηλαδή ότι δεν υπήρξαν ποτέ Έλληνες αλλά σλαβομακεδόνες.
Συγκέντρωσα υλικό που κατέγραφε με ακρίβεια την συστηματική προσπάθεια αλλοίωσης των φυλετικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών των Ελλήνων μειονοτικών.
Το υλικό αυτό αποτέλεσε το περιεχόμενο εμπεριστατωμένου φακέλου, ο οποίος παραδόθηκε στον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ για την ΠΓΔΜ, εκπροσώπους της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Πίσω από κάθε μικρή ή μεγάλη ιστορία κρύβονταν απίστευτες προσωπικές περιπέτειες και ανείπωτες δοκιμασίες που γράφτηκαν με πολύ πόνο, αίμα και δάκρυ. Οικογένειες που ξεκληρίστηκαν, άνδρες που βιαίως εκτοπίστηκαν, ονόματα που εκσλαβίστηκαν, ακόμη και κοιμητήρια ολόκληρα που ισοπεδώθηκαν για να μη θυμίζουν την ύπαρξη του Ελληνισμού και όλα τούτα σε μια προσπάθεια να εμπεδωθεί παντί τω τρόπω η θέση ότι οι Μακεδόνες είναι Σλάβοι και όχι Έλληνες. Και ότι μια ενιαία, ανεξάρτητη σλαβική Μακεδονία, που θα ενσωματώνει τμήματα της Ελλάδας (Μακεδονία του Αιγαίου), της Γιουγκοσλαβίας (Μακεδονία του Βαρδάρη), της Βουλγαρίας (Μακεδονία του Πιρίν) και της Αλβανίας, θα έπρεπε να συγκροτηθεί, διά της αποσχίσεως των τμημάτων αυτών από τα αντίστοιχα κράτη.
Η σταλινικής εμπνεύσεως αυτή προπαγάνδα, που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό προϊόν ψυχροπολεμικών σχεδιασμών και επιδιώξεων, δυστυχώς σήμερα αναβιώνει.
Οι ανιστόρητοι ισχυρισμοί τους οποίους ανερυθρίαστα προβάλλει ο Σκοπιανός πρωθυπουργός αποτελούν προσβολή στην ιστορία. Και στρέφονται κατά της Ελλάδος, η οποία αποτελεί παράγοντα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας στα Βαλκάνια και με τη συμμετοχή της στην Ε.Ε. εγγυάται όχι μόνο την επιβίωση του ετερόκλητου και θνησιγενούς κράτους των Σκοπίων, αλλά και το ευρωπαϊκό μέλλον ολόκληρης της περιοχής.

Τα μυστήρια της Σαμοθράκης


Η λατρεία όλων των Θεών των Ελλήνων, των Θεών του Ολύμπου, τα Ελληνικά Μυστήρια, και όλα τα τοπικά θρησκευτικά ιδιώματα, συγκροτούν την Ελληνική Θρησκεία.
Όσον αφορά τα Μυστήρια, μερικά από αυτά, είναι μυστήρια γέννησης. Ο θάνατος και η μεταθανάτια ζωή ήταν κεντρικά στοιχεία των μυστηρίων. Αν και τα πιο γνωστά από αυτά τα Μυστήρια ήταν αυτά της Δήμητρας και της Κόρης της στην Ελευσίνα και του Διονύσου στην Αθήνα και στη Μίλητο, υπάρχουν κι άλλα εξίσου ή λιγότερο γνωστά, τοπικής λατρείας στον Ελληνικό κόσμο. Εξ αυτών, αυτά με τη μεγαλύτερη διάρκεια ήταν στο νησί Σαμοθράκη, κεντρικό, γύρω από το Βόρειο Αιγαίο.
Τα Μυστήρια της Σαμοθράκης φαίνεται να έχουν μία διπλή φύση στο σύστημα της μυσταγωγίας τους. Το βαθμός της μύησης που συσχετίζεται με τις έννοιες “μυστικός” και “απόρρητος” και η εποπτεία που συσχετίζεται με τις έννοιες “σιωπή” και “αφύπνιση”, συμφωνούν χονδρικά στους παρόμοιους βαθμούς στα Μυστήρια της Ελευσίνας. Στη Σαμοθράκη λατρεύονταν οι Μεγάλοι Θεοί, των οποίων τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ήταν η μυστική αποκάλυψη στις μυσταγωγίες. Η Αρχή μέσα στα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών ήταν η σκέψη να δοθεί προστασία από τους κινδύνους στη ζωή (για παράδειγμα προφύλαξη από τις θύελλες και καταιγίδες της θάλασσας, όπως φαίνεται σε επιγραφές αφιερωμένες στους Θεούς, που υπάρχουν σαν μαρτυρίες), και επίσης ασφάλεια στην άλλη ζωή.

Οι Μεγάλοι Θεοί
Οι Κάβειροι είναι αρχαιότατες θεότητες, λατρευόμενες στην Ελλάδα από την εποχή των Πελασγών. Η λατρεία παρουσιάζεται πρώτον στις βόρειες νήσους του Αιγαίου, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη (το νησί της Ηλέκτρας), την Ίμβρο και Θάσο καθώς και τις απέναντι αυτών Μακεδονικές, Θρακικές και Μικρασιατικές ακτές. Αργότερα, τον 6ο π.Χ. αιώνα, διαδόθηκε η λατρεία τους και στις Βοιωτικές (Ανθηδών) και κατόπιν στην περιοχή των Θηβών, όπου άκμαζε το «Καβείριον Ιερόν» και το Ιερόν των Καβείρων», εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στις Καβειρίδες και το άλλον στους Κάβειρους, όμως και τα δύο περίφημα.
Οι Κάβειροι ήταν οι Θεοί των Σιδερένιων Σφυρηλατημένων Γεωργικών Εργαλείων, ήταν θεοί της γεωργίας. Ήταν επίσης οι προστάτες θεοί των Καβειρίων μυστηρίων της Σαμοθράκης, που ήταν γεωργική και μυστηριακή λατρεία στενά σχετισμένη με τα Ελευσίνια μυστήρια.
Η καταγωγή ή η σύνδεση της Δήμητρος και αυτών των Θεών αναφέρεται στην ιστορία της Περσεφόνης. Οι αρχικοί Θεοί των Καβειρίων μυστηρίων ήταν οι Κάβειροι, η Δημήτηρ και ο Ιασίων, οι γιοί τους Βοώτης και Πλούτος, οι Θεές Περσεφόνη και Εκάτη και διάφοροι άλλοι δευτερεύοντες Θεοί της γεωργίας.
Πρώτος από τους ποιητές, τους αναφέρει ο Πίνδαρος. Από τους πιστούς των χαρακτηριζόταν σαν «Θεοί Μεγάλοι», «Θεοί Δυνατοί», «Θεοί Ισχυροί» και λατρευόταν με μυστήρια και νυχτερινές τελετές, των οποίων οι λεπτομέρειες είναι σε μεγάλο κομμάτι, άγνωστες.
Κατά τον Αθηνίωνα, οι Κάβειροι ήταν δύο, ο Ιασίων και ο Δάρδανος, γιοι του Διός και της Ηλέκτρας θυγατέρας του Άτλαντος. Το όνομά τους όφειλαν στο όρος Κάβειρον, όπου αρχικά παραπέμπουν. Κατά τον Μνασέα το Βηρύτιο, οι Κάβειροι ήταν τρεις, καθώς και οι Καβειρίδες νύμφες, οι αδελφές τους, παιδιά του Ηφαίστου και της Καβειρούς, θυγατέρας του Πρωτέως από την Αγχινόη. Γονείς τους είναι ο Ήφαιστος και η Καβειρώ (Στράβων10.3.21) ή ο Ζευς και η Καλλιόπη. Γεννήθηκαν στην Λήμνο, όπου λατρεύονταν σαν «Θεοί Μειλίχιοι», προστάτες της αμπέλου που καθώς ευδοκιμούσε σε όλα τα ηφαιστειογενή εδάφη, έτσι και στη νήσο αυτή. Άλλοι αναφέρουν τρεις Καβείρους, την Αξίερο, τον Αξιόκερσο και την Αξιόκερσα. Ο Διονυσόδωρος παραδέχεται δύο ζεύγη: Την Αξίερο ταυτιζόμενη με την Δήμητρα και τον Αξιόκερσον προς τον Πλούτωνα, το ένα ζεύγος και την Αξιόκερσα προς την Περσεφόνη και τον Κασμίλο ή Καδμίλο προς τον Ερμή, το άλλο ζεύγος. Τα ονόματά τους δεν προφερόταν από τους πιστούς. Ονομαζόταν γενικά «Άνακτες». Κατά την τελετή των Ελευσινίων, η Δημήτρηρ και η Περσεφόνη αποκαλούταν απλά και μόνο «Θεοί».
Στην Σαμοθράκη, η οποία θεωρείτο κοιτίδα της λατρείας των Καβείρων, χαρακτηριζόταν σαν προστάτες της ναυσιπλοΐας. Στην Ίμβρο και στη Θάσο σαν ευνοούντες την αφθονία στον τρύγο και σαν προστάτες των τεχνών.
Οπωσδήποτε, τόσο η λατρεία των Καβείρων, όσο και η έννοια των μυστηρίων τους, ποτέ δεν έγιναν πολύ γνωστά και αυτό γιατί από τους μυημένους υπήρχε απόλυτη μυστικότητα, αλλά για γιατί οι τελετές τους είχαν κάποιες διαφορές κατά τόπο και χρόνο.
Έτσι στη Σαμοθράκη οι ιερείς, όλοι κληρονομικοί, ονομαζόταν Κάδουλοι αλλά και Κάμιλοι, Καδμίλοι και Κάδμιλοι, όπως ο ένας από τους Καβείρους.
Οι ιερείς κάθιζαν τον μυούμενο μετά τη διδασκαλία και τη δοκιμασία σε θρόνο, από τον οποίο λεγόταν η τελετή της μύησης «θρονισμός». Φορούσε προρφυρή ζώνη και στο κεφάλι στεφάνι από κλωνάρι ελιάς με ένα ελαφρύ πέπλο. Μπροστά από τον θρόνο έκαιγε φωτιά, γύρω από την οποία οι ιερείς ψιθύριζαν λέξεις και φράσεις ακατάληπτες στους αμύητους. Ο ρόλος της ζώνης ήταν να προφυλάσσει τον μυημένο από κάθε κίνδυνο. Χάρις σε αυτήν σώθηκε από την μανία των κυμάτων, ο Οδυσσεύς, χάρις σε αυτήν κατόρθωσε ο Αγαμέμνων να ελέγξει όλες τις στάσεις του στρατού κατά τον Τρωικό πόλεμο.
Στα μυστήρια αυτά είχαν μυηθεί στη Σαμοθράκη, ο Ορφεύς, ο Ηρακλής, όλοι οι στρατηγοί του Τρωικού πολέμου, οι περισσότεροι των Αργοναυτών, ο Φίλιππος ο Β’ και η Ολυμπιάς, ο Περσεύς της Μακεδονίας πριν τον αγώνα κατά των Ρωμαίων και άλλοι.
Χαρακτηριστικό της λατρείας στη Λήμνο, ήταν το σβήσιμο κάθε φωτιάς στη νήσο για εννιά μέρες, προκειμένου να έλθει η Ιερή Φλόγα, την οποία μετέφερε πλοίο που ερχόταν από τη Δήλο. Από τη νήσο Δήλο ανανεωνόταν το πυρ στη Λήμνο.
Η λατρεία των Καβείρων διατηρήθηκε μέχρι της επικράτησης του χριστιανισμού και γινόταν με ανυπέρβλητη λαμπρότητα, ιδίως κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους.
Τα ονόματά τους είναι Ευρυμέδων και Άλκων, σύμφωνα με τα «Διονυσιακά» του Νόννου και Καδμίλος ή Κάμιλος, σύμφωνα με τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα.

Ρομά η μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα της ΕΕ


Πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες η πρώτη σύνοδος κορυφής για τα προβλήματα των Ρομά.
Η σύνοδος συγκλήθηκε με πρωτοβουλία διαφόρων μη κυβερνητικών οργανώσεων με στόχο την ενιαία πολιτική της ΕΕ έναντι της μεγαλύτερης εθνοτικής μειονότητας της Ευρώπης των Ρομά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς στην ΕΕ ζουν αυτή τη στιγμή γύρω στα 10 εκατ. Ρομά.
Στη σύνοδο της ΕΕ για τα προβλήματα των Ρομά συμμετείχαν εκ μέρους της γαλλικής προεδρίας ο υπουργός Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ και η υπουργός Οικιστικής Πολιτικής Κριστίν Μπουτέν, υπουργοί κρατών μελών της ΕΕ, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο, ο πρόεδρος του Ιδρύματος Open Society Institute Τσορτζ Σόρος καθώς και ο πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου των Ρομά και Σίντι στη Γερμανία Ρομανί Ρόζε.
Οι περισσότεροι Ρομά ζουν στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία, όμως σε όλες τις χώρες-μέλη υπάρχουν μεγάλες κοινότητες Ρομά και Σίντι.
Στο Βέλγιο ζουν γύρω στις 20.000 Ρομά, οι οποίοι στην πλειονότητά τους έχουν τη βελγική υπηκοότητα.
Εδώ και δεκαετίες η Ομοσπονδία των Ρομά του Βελγίου απαιτεί χωρίς επιτυχία από τις υπηρεσίες να χορηγήσουν κατάλληλες περιοχές για την εγκατάσταση οικογενειών Ρομά με δυνατότητα υδροδότησης, παροχής ηλεκτρικού, αποχέτευσης και ανακύκλωσης απορριμμάτων.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αχμέντ Χακίμ εκτιμά ότι ακριβώς αυτά τα απλά αυτονόητα ζητήματα προκαλούν αντιπαραθέσεις και κυρίως τροφοδοτούν τις προκαταλήψεις έναντι των Ρομά, διότι χωρίς κατάλληλες υποδομές προκαλείς τελικά αντιπαραθέσεις, οργή και διαμαρτυρίες των περιοίκων.
Ο γ.γ. της Ομοσπονδίας Μανουέλ Σαπερντιέρ πιστεύει όμως ότι σε μια τέτοια διοργάνωση, όπως ήταν η σύνοδος της ΕΕ, δεν θα έπρεπε να λείπουν οι ομιλητές από τις ομοσπονδίες των Ρομά.
Η απλή παρουσία των ομοσπονδιών δεν σημαίνει πολλά, υποστηρίζει ο Μανουέλ Σαπερντιέρ, διότι το σημαντικό είναι να έχουν «δικαίωμα λόγου οι ομοσπονδίες, και όχι μεμονωμένα πρόσωπα, έστω και αν είναι Ρομά».
Οι εκπρόσωποι της ΕΕ ωστόσο από τον πρόεδρο της Κομισιόν Μανουέλ Ζοζέ Μπαρόζο μέχρι και τον αρμόδιο επίτροπο για θέματα ίσων ευκαιριών Βλαντιμίρ Σπίντλα δήλωσαν έτοιμοι να προωθήσουν νομοθετικά πακέτα και χρηματοδοτήσεις για την βελτίωση της κοινωνικής ένταξης των Ρομά σε όλες της χώρες της ΕΕ.
Τέλος η γαλλική προεδρία δεσμεύτηκε δια στόματος της υπουργού Οικιστικής Πολιτικής Κριστίν Μπουτέν ότι θα υποβάλλει ολοκληρωμένες προτάσεις υπέρ των Ρομά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου.

Οι Τσιγγάνοι Στην Ελλάδα
Η παρουσίαση μίας κοινωνικής ομάδας ως μέρος ενός συνόλου – λαού, συνήθως ξεκινά με την ιστορική και πολιτισμική αναφορά της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Στη συνέχεια γίνεται προσπάθεια να συνδεθεί το παρελθόν με το παρόν.
Η παρουσίαση αυτή, συνοπτική ή αναλυτική, για να χαρακτηρισθεί «ικανοποιητική» και «αντικειμενική» πρέπει να συνδυάζει αναφορές που προέρχονται τόσο από μέλη της ίδιας της ομάδας όσο και από μέλη που δεν ανήκουν σε αυτήν.
Ειδικότερα σε ότι αφορά στους Έλληνες Τσιγγάνους, οι αναφορές που υπάρχουν μέχρι σήμερα έχουν γραφτεί όλες από μη Τσιγγάνους και όχι πάντα με τα πλέον ανιδιοτελή κίνητρα ή προθέσεις, κυρίως δε οι αναφορές που σχετίζονται με την προέλευση – διαδρομή - ιστορία τους.
Παρόλα ταύτα είτε με αντικειμενικές είτε με υποκειμενικές αναφορές αυτό που είναι αποδεκτό από όλους είναι ότι: ¨ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΚΑΙ ΖΟΥΝ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ¨
Με βάση τα παραπάνω και θεωρώντας πως αυτό είναι το σημαντικότερο, εμείς θα επικεντρωθούμε στην παρουσίαση των προβλημάτων που συνθέτουν τη σημερινή πραγματικότητα και στην αποτύπωση των προσπαθειών που έχουν (ή δεν έχουν ) γίνει για τη λύση τους, στο στενό πλαίσιο της Ελληνικής πραγματικότητας.
Για το πόσοι είναι οι Έλληνες Τσιγγάνοι έχουν διατυπωθεί διάφορες εκτιμήσεις, με βασικότερες αυτές α) της πολιτείας που περιορίζει τον αριθμό σε 110.000 ως 140.000 και β) των Τσιγγάνικων οργανώσεων που εκτινάσσουν τον αριθμό αυτό σε πάνω από 500.000. Όπως συνήθως συμβαίνει, η αλήθεια πρέπει να βρίσκεται κάπου στη μέση.
Οι Έλληνες Τσιγγάνοι ζουν σε διάφορα σημεία σε όλη την Ελλάδα (ηπειρωτική και νησιωτική), συνήθως έξω από τους οργανωμένους οικισμούς, με μορφές «εγκατάστασης» οι οποίες πολλές φορές ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης εξαθλίωσης.
Ασκούν περιστασιακές εργασίες που τους αποφέρουν τα προς το ζην, αλλά χωρίς καμία δυνατότητα προγραμματισμού της ζωής τους και των παιδιών τους και πάντα χωρίς κοινωνική ασφάλιση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Σε συντριπτικό ποσοστό παραμένουν οργανικά και λειτουργικά αναλφάβητοι, αγνοώντας όχι μόνο το πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που διέπουν τη σχέση Κράτους – Πολίτη, αλλά και αυτή ακόμα την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης.
Όλες αυτές οι παράμετροι συνθέτουν μια «κατάσταση», η οποία για να αντιμετωπιστεί και να υπάρξουν αποτελέσματα, απαιτεί την εφαρμογή ενιαίας, συντονισμένης και πολυδιάστατης πολιτικής που θα «παρεμβαίνει» ταυτόχρονα και παράλληλα σε όλους τους επιμέρους τομείς που συνθέτουν αυτή την κατάσταση που ορίζεται ως «κοινωνικός αποκλεισμός» και «περιθωριοποίηση».
Αυτό γίνεται πολύ εύκολα αντιληπτό από όποιον ασχοληθεί με το ζήτημα, αφού πολύ σύντομα θα διαπιστώσει τις επιπτώσεις των προβλημάτων του ενός σκέλους (π.χ. συνθήκες εγκατάστασης) πάνω στους άλλους (εκπαίδευση, απασχόληση κ.α).

ΚΟΛΛΥΡΙΟ


«Βλακείες» χαρακτήρισε τις φήμες

Δεν έχω καμία πρόθεση να ασχοληθώ με την τοπική αυτοδιοίκηση ήταν η απάντηση του Άγγελου Τσατσούλη στην ερώτηση ότι φήμες τον φέρνουν να διεκδικεί την θέση του δημάρχου Καβάλας με την σημαία της ΝΔ στις επόμενες εκλογές.
Καθαρή κουβέντα η οποία καταγράφεται και κλείνει έναν κύκλο φημολογιών, ότι του έγινε πρόταση από στελέχη της παράταξης να ηγηθεί ψηφοδελτίου το 2010.
Προφανώς η ΝΔ δεν έχει καταλήξει ακόμη στην επιλογή προσώπου πέρα και έξω από τους Εριφυλλίδη και Καραμπουρνιώτη οι οποίοι διακαώς επιθυμούν να πράξουν αυτό για το οποίο και κατέβηκαν στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση με νικητή τον Κωστή Σιμιτσή.
Ίσως την τελευταία στιγμή να ανατραπούν τα διαφαινόμενα σενάρια και να προτιμήσουν μια άλλη λύση η οποία όμως θα είναι και ανέτοιμη να προχωρήσει σε συντονισμό των δυνάμεων ώστε να μπορέσει να καταφέρει να ξανακερδίσει τον δήμο.
Το αφήνουν φλου προφανώς επειδή δεν έχει εμφανιστεί κανείς που να είναι διαθέσιμος να συνθέσει τις δυνάμεις και από τώρα ενάμιση χρόνο πριν να οργανώσει την αντεπίθεση ή την διαδικασία για να μπορέσει να τα καταφέρει.
Μέχρι τότε μπορεί ο Κωστής να κοιμάται ήσυχος και αθόρυβα να προχωράει στο έργο του, στον δήμο, όπου ως φαίνεται και κατά τα λεγόμενα των δημοτών, τα πάει καλά.

PRESS ROOM

Νεότατος και τελείως ξαφνικά μας άφησε για το μεγάλο ταξίδι ο Νίκος Καραγιώργος από την Αλεξανδρούπολη. Ιδρυτής του ραδιοσταθμού Ελλάδα FM, της εφημερίδας Άποψη και της διαφημιστικής εταιρείας Έψιλον ήταν αγαπητός σε όλους τους συναδέλφους.
Πάντα αγχωμένος με την δουλειά, με ιδέες και σχέδια για το μέλλον ο αγαπητός Νίκος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τον κύκλο του και μας αποχαιρέτησε στα 44 του χρόνια. Καλό ταξίδι φίλε μας!

Στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης το ποινικό μέρος της υπόθεσης που αφορά το τηλεπαιχνίδι "Call for cash", προκειμένου να εξεταστεί τυχόν παραβίαση του ποινικού δικαίου. Σημειωτέον ότι το συγκεκριμένο τηλεπαιχνίδι μεταδίδεται μεταξύ άλλων από κανάλια της περιοχής.

«Χοντρό χρήμα» εξασφάλισαν ορισμένοι τηλεοπτικοί σταθμοί της περιφέρειας από την κρατική διαφήμιση σε καιρούς χαλεπούς σε σχέση με την ισχνή τοπική αγορά. Τα ποσά ποικίλουν από σταθμό σε σταθμό με κερδισμένη την Δέλτα Τηλεόραση η οποία είναι ψηλά στις προτιμήσεις των μήντια σοπ και των διαφημιστικών εταιρειών.
Τα ποσά ανά κανάλι: CENTER – 31.852, ENA CHANNEL – 44.616, ΠΡΩΙΝΗ – 6.380, ΚΑΝΑΛΙ 6 ΞΑΝΘΗ – 34.529, ΞΑΝΘΗ CHANNEL – 9.761, ΡΟΔΟΠΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΟΜΟΤΗΝΗ – 10.546, ΔΕΛΤΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ – 62.874, ΘΡΑΚΗ ΝΕΤ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ – 17.293, ΔΡΑΜΙΝΟ ΚΑΝΑΛΙ – 2.346, STAR ΔΡΑΜΑΣ – 28.467.

Με έναν διαφορετικό τρόπο γιόρτασε τα 45 χρόνια παρουσίας στον τύπο η εφημερίδα Χρόνος. Διοργάνωσε εκδρομή προσκύνημα στην Ίμβρο ώστε να τονίσει ότι τα εθνικά θέματα είναι ψηλά στην ατζέντα της εφημερίδας που για τόσα χρόνια ενημερώνει τους Θρακιώτες αλλά και όλους τους Έλληνες για αυτά που μας πληγώνουν αλλά και μας προβληματίζουν. Πράγματα που δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε να τα προσπερνάμε, μια και η περιοχή μας ισορροπεί πάντα σε τεντωμένο σχοινί.

Από τους βασικούς μάρτυρες που εξετάστηκαν από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που διερευνά την υπόθεση Βατοπαιδίου, ήταν ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας Μαχητής της Ξάνθης Πάνος Παπαδόπουλος, ο οποίος με ένα πακέτο δημοσιευμάτων βρέθηκε στη Αθήνα. Ο ίδιος ήταν από εκείνους που είχαν πάρει εξ αρχής θέση κατά των σχεδίων των μοναχών στη υπόθεση της Βιστωνίδας.


Η Άλλη Όψη, η εκπομπή του Μανώλη Κοττάκη που παρουσιάζεται στην ΝΕΤ κάθε Σάββατο στις 5 το απόγευμα, ξεκίνησε την νέα σαιζόν από την Κομοτηνή. Ο συμπαθής Μανώλης ξαναθυμήθηκε τα φοιτητικά του χρόνια και έκανε μια θαυμάσια εκπομπή δίνοντας το στίγμα της πόλης και τον σφυγμό των ανθρώπων της. Η σκηνοθεσία ήταν καταπληκτική, είδαμε γωνίες μοναδικές, ο δημοσιογράφος μίλησε με τους ανθρώπους της πόλης ανεπιτήδευτα και αληθινά και ουσιαστικά για μια ακόμη φορά πρόβαλε την περιοχή μας όχι μόνο στο πανελλήνιο κοινό αλλά και στους Έλληνες της διασποράς μια και η εκπομπή του μεταδίδεται και από το δορυφορικό της ΕΡΤ. Μανώλη σου αξίζει ένα ακόμη μπράβο.

Η εκπομπή «Κυριακή στο χωριό» βρέθηκε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου και παρουσίασε για μια ακόμη φορά τις ομορφιές της περιοχής, τα έθιμα και τους ανθρώπους της. Μπορούμε να πούμε ότι παρά τις κατά καιρούς κριτικές που δέχεται η εκπομπή αυτή για το consept της είναι ένα παράθυρο στην ελληνική περιφέρεια που είναι ξεχασμένη από τα ιδιωτικά κανάλια της Αθήνας, τα οποία την επισκέπτονται μόνο αν είναι κανένα έγκλημα ή κανένα σκάνδαλο να προβάλλουν. Σαν αντίδωρο της τακτικής αυτής υπάρχουν ορισμένες ιδιωτικές παραγωγές όπως η εκπομπή του Μαμαλάκη που έρχεται στην επαρχία γιατί αυτό που ψάχνει δεν μπορεί να το βρει στην Αθήνα. Βέβαια θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφερθούμε στην πολύ καλή εκπομπή του ΣΚΑΙ – Γυρίσματα, που ξεκίνησε από την Ξάνθη τα γυρίσματά της παρουσία του προέδρου του σταθμού κ. Γιάννη Αλαφούζου, με ειδική συνέντευξη τύπου.

Η ΕΤ-3 υπό την διεύθυνση του Γιώργου Φράσταλη έγινε τα τέσσερα τελευταία χρόνια ένα ενδιαφέρον κανάλι με μοναδικές εκπομπές που αυξάνουν θεαματικά την θεαματικότητά τους καθημερινά. Διαθέτει ένα αξιόμαχο δυναμικό παραγωγών και παρουσιαστών, δημοσιογράφων και τεχνικών, που δίνουν αποτέλεσμα που θα το ζήλευε ακόμη και η ΕΤ-1 η οποία έχει σοβαρά υποβαθμίσει τον ρόλο της. Σε αντίθεση η ΝΕΤ έχει κερδίσει πολλούς θεατές με το ποικίλο πρόγραμμα που παρουσιάζει ειδικά σε εκπομπές ειδησεογραφικές.

ΕΞ ΟΨΕΩΣ


Μπαμ και ξυπνήσαμε!

Ανάθεμα αν μετά τα τελευταία γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα κατάλαβε κανείς τίποτε. Μια κοινωνική αντίδραση η οποία προήλθε μετά από έναν πυροβολισμό που πήρε εν ψυχρώ τη ζωή ενός πιτσιρικά πάνω στην εφηβεία του, αν μη τι άλλο ήταν ένας κρότος που ξύπνησε την κοινωνία από ένα λήθαργο.
Μια κοινωνία που αποχαυνωμένη, μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε τις εξελίξεις χωρίς να κάνει τον κόπο να σηκώσει το βλέμμα της πάνω από την καθημερινότητα και να κοιτάξει ότι υπάρχει στην ατμόσφαιρα ένα εκρηκτικό νέφος.
Μπαμ ηκούσθη στον αέρα και η κοινωνία τουλάχιστον σήκωσε το βλέμμα της. Οι άλλοι τι κάνανε;
Οι «μάστορες» της επικοινωνίας τι ευθύνες έχουν; Τα κανάλια έδειχναν μια εικόνα η οποία μας ξεφτίλιζε στο εσωτερικό πυρπολώντας όλη την χώρα αλλά και στο εξωτερικό με τους αναλυτές των διεθνών ΜΜΕ οι οποίοι βρήκαν την χρυσή ευκαιρία να αποδείξουν ότι η χώρα μας είναι ακόμη τριτοκοσμική, που δεν μπορεί να ξεπεράσει τον σκόπελο της δημοκρατίας και ότι θα έπρεπε να παραμείνει υπό την κατοχή των ξένων δυνάμεων. Οι πνευματικοί ταγοί απόντες και μόνο οι γνωστοί επώνυμοι, μη θέλοντας να χαλάσουν το ίματζ τους, προκαλούσαν την βία να απαντήσει στην βία, αποποιούμενοι τις ευθύνες τους. Οι διάφοροι προβοκάτορες των ηλεκτρονικών σημάτων, ρίχναν λάδι στη φωτιά. Τας ξένα κέντρα συντόνιζαν την επόμενη μέρα με μαεστρία χειρουργική. Και από την άλλη οι πολιτικοί. Από τη μια η κυβέρνηση παρακολουθούσε τα γεγονότα προσπαθώντας μέσω των αρμόδιων υπουργών να εφαρμόσει ένα σχέδιο που δεν θα έπληττε την εικόνα της, στα κανάλια τα οποία έδιναν και ιδέες διακυβέρνησης {καλό θα είναι να τους ανατεθεί να δούμε την διαχείρισή τους}, η αξιωματική αντιπολίτευση εκτός τόπου και χρόνου ανεύθυνα να ζητά εκλογές και τα άλλα κόμματα να επιζητούν ακόμη λίγες ποσοστιαίες μονάδες στις επερχόμενες δημοσκοπήσεις. Άρα δεν κατάλαβαν τι έγινε. Αυτοί που ξεχύθηκαν στους δρόμους καίγοντας και λεηλατώντας δεν ήταν τακτικοί, ήταν οι άτακτοι που τα έβαζαν με κτίρια που έχουν να κάνουν με ότι αντιπροσωπεύει το κράτος, όχι με πρόσωπα. Σ’ αυτούς το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει ούτε το αυστηρό του πρόσωπο, ούτε τα κόμματα μπορούν να τους χαλιναγωγήσουν και να τους προσποριστούν. Κι όταν μιλάμε για ατάκτους νεαρούς επ’ ουδενί αναφερόμαστε στους πλιατσικολόγους που βρήκαν την ευκαιρία να αρπάξουν το σακούλι του Αη Βασίλη από τις βιτρίνες των εμπόρων. Αυτοί είναι οι ευκαιριακοί κλέφτες, που στην αναμπουμπούλα χαίρονται.
Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε είναι: «τι τρέχει ρε παιδιά;», «τι σας θύμωσε τόσο πολύ;», «τι ζητάτε από μας;».
Αν σας απαντήσουμε αυτά τα ερωτήματα, ίσως να έχουμε λόγους να σας κοιτάμε στα μάτια. Μέχρι τότε μη μασάτε με τους κάθε λογής γυρολόγους της πολιτικής και της επικοινωνίας.